HOME » ΕΠΙΚΑΙΡΑ » ΠΟΛΙΤΙΚΑ » Για τα σύνορα που έρχονται

Για τα σύνορα που έρχονται

Σχόλια πάνω στα γεγονότα της Καταλονίας.

#1

Η Καταλονία, μια σημαντική περιοχή του κράτους της Ισπανίας στα βορειοανατολικά της χώρας, διεξήγαγε δημοψήφισμά για την ανεξαρτησία της. Το ζήτημα πριν το 2010 θεωρούταν αμελητέο, όμως η συνεχής δικαστική και εν τέλει αστυνομική καταστολή από την πλευρά της Ισπανίας έδωσε στο κίνημα ανεξαρτησίας της Καταλονίας την απαραίτητη ώθηση να πολλαπλασιαστεί και να διεκδικήσει κεντρικό ρόλο στη πολιτική ζωή της χώρας. Παρόλα αυτά, αυτό είναι μόνο η αρχή, και η καταστολή του Ισπανικού κράτους δεν αρκεί για να εξηγήσει την άνθιση του καταλανικού κινήματος ανεξαρτησίας, καθώς τα κράτη δεν συγκροτούνται μόνο στη βάση δογμάτων άμυνας ή αντίδρασης σε μια καταστολή. Συγκροτούνται ανακυκλώνοντας βαθιά ιστορικά στοιχεία του παρελθόντος από την μία, από την άλλη χρειάζεται να υπάρχουν υλικά διακυβεύματα, καθώς πρώτα και κύρια το κράτος είναι μορφή οργάνωσης της υλικής ζωής. Το κίνημα μέσω της καταστολής πολλαπλασιάστηκε, αλλά δεν γεννήθηκε λόγω αυτής, υπήρχε από πολύ πριν.

#2

Η Κρατική μορφή στον καπιταλισμό έχει μια ιδιαίτερη λογική. Από τη μια, το καπιταλιστικό κράτος έχει ως στόχο πάντα την περιφρούρηση των βασικών κατηγοριών της καπιταλιστικής συσσώρευσης, της ανταλλαγής, του χρήματος, της ατομικής ιδιοκτησίας και του καταμερισμού εργασίας. Όσο αυτές οι κατηγορίες λειτουργούν εύρυθμα μπορούν να αποκτούν λιγότερο ή περισσότερο δημοκρατική μορφή στην πολιτειακή τους έκφραση, δηλαδή στη μορφή που παίρνει η διακυβέρνηση του κράτους ως δημοκρατία των δικαιωμάτων. Παρόλα αυτά, καθώς η καπιταλιστική δυναμική είναι μια αλλοτριωμένη δυναμική από τους κοινωνικούς της φορείς, αφεντικά και εργάτες μαζί, όταν η αναπαραγωγή του κεφαλαίου αποσπάται εντελώς από τη αναπαραγωγή της εργασίας,, οι δύο βασικές τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας έρχονται σε σύγκρουση. Από την πλευρά του κράτους, το συμφέρον έγκειται στη διατήρηση της καπιταλιστικής συσσώρευσης και των καπιταλιστικών σχέσεων καθώς από αυτές τις ίδιες τις σχέσεις το κράτος εκπηγάζει λογικά και εξαρτάται πρακτικά (αντλεί φόρους και χρηματοδοτείται από αυτούς). Σε αυτό το σημείο σύγκρουσης το κράτος, φαινομενικά ουδέτερο στον “ομαλό” καπιταλισμό εμφανίζει άμεσα τον πάντα εν δυνάμει παρόντα καπιταλιστικό, κατασταλτικό και ταξικό του χαρακτήρα και ταυτίζεται με το συμφέρον της καπιταλιστικής οικονομίας και αστικής κοινωνίας εν συνόλω. Έτσι σε τέτοιες καταστάσεις αυτό που αποκαλύπτεται είναι ο πυρήνας της λογικής του: ο αστικός νόμος αντλεί την μορφή του από τις βασικές φαινομενικές κατηγορίες ισότιμης ανταλλαγής της αστικής κοινωνίας αλλά αυτό που τον καθιστά λειτουργικό είναι πάντα η πιθανή κατάσταση εξαίρεσης του, δηλαδή η δύναμη και η καταστολή[1]. Οι άνθρωποι στον καπιταλισμό είναι όντως ελεύθεροι, μόνο στο βαθμό που δεν είναι ελεύθεροι να ορίσουν την ίδια την ελευθερία.[2]

#3

Αυτό θα πρέπει να το έχουν στο μυαλό τους τόσο οι αστοί υπερασπιστές μιας “ειρηνικής και δημοκρατικής λύσης” από την πλευρά του Ισπανικού κράτους, όσο και οι υπερασπιστές μιας νέας πιθανής καταλανικής ανεξάρτητης κρατικής οντότητας. Το ισπανικό κράτος δεν μπορεί να φερθεί “δημοκρατικά” καθώς τα υλικά διακυβεύματα που πυροδοτούν την σύγκρουση έχουν από καιρό ξεπεράσει τα όρια της αστικοδημοκρατικής ανοχής. Από την άλλη οι υπερασπιστές της καταλανικής ανεξαρτησίας-κυρίως αυτοί που το κάνουν από την αστεία και ξεφτισμένη αντικαπιταλιστική σκοπιά- θα πρέπει να κοιτάξουν τα λάβαρα που υψώνονται πάνω από τα κεφάλια τους. Οι εθνικές σημαίες είναι σύμβολα μιας ενοποιητικής αρχής ενός συνόλου, το σύνολο το ορίζει ένας σαφής νόμος και “inclusio unius est exclusio alterius”η ένταξη του ενός είναι ο αποκλεισμός των άλλων κατά το γνωστό νομικό και μαθηματικό ρητό. Τα κράτη λειτουργούν βάσει αποκλεισμού σε όλες τις διαστάσεις το χρόνου. Διαχρονικά, από τον νόμο αποκλείονται όλοι όσοι δεν τον τηρούν ή συνολικά οι καταστάσεις (εν δυνάμει ή υπαρκτές) που υπονομεύουν τις προϋποθέσεις του. Συγχρονικά, καθώς το κράτος είναι μια περιορισμένη επικράτεια, που υπάγεται στην οικονομική αρχή της μετρισημότητας και της οικονομίας , όσοι είναι εντός του κράτους προϋποθέτουν κάποιες και κάποιους που μένουν εκτός διαρκώς. Όπου κάποιος κοιτά τις εθνικές σημαίες και ονειρεύεται ανάπτυξη και ελευθεριά θα πρέπει να θυμάται ότι πάντα υπάρχει ένα απ’ έξω. Αυτό πιο ρητά από οτιδήποτε είναι αποτυπωμένο στην ίδια την νομική και υλική διάσταση του συνόρου, η οποία δεν φαίνεται άμεσα στη φαντασμαγορία του κέντρου των πόλεων.

Αναφέραμε πιο πάνω ότι κάθε εθνική συγκρότηση συγκροτείται στη βάση ιστορικών διαδικασιών που συμβαίνουν τώρα, ιστορικών καταστάσεων που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν και υλικών διακυβευμάτων. Τα υλικά διακυβεύματα έχουν πάντα να κάνουν με την κοινωνικά καθορισμένη μορφή πλούτου, και αυτή είναι τόσο εντός όσο και εκτός Καταλονίας, το καπιταλιστικό χρήμα. Αυτό είναι που συνέχει τη βάση της σύγκρουσης μεταξύ Καταλονίας και Ισπανίας, και σε περίπτωση απόσχισης αυτό θα συνέχει την όποια σύγκρουση τους, αλλά και την όποια συνεργασία τους. Αφού η κρατική μορφή έχει σαν προϋπόθεση της τη σχέση του κεφαλαίου[3], η σύγκρουση ή ανεξαρτητοποίηση των κρατών δεν είναι ιστορικό συμβάν που ξεπερνά το κεφάλαιο. Μετά τον 20ο αιώνα θα έπρεπε να το ξέρουμε αυτό καθολικά.

#4

Η σχέση κεφάλαιο είναι εξ ορισμού μια παγκόσμιο σχέση. Μπορεί η μορφή αυτής της παγκοσμιότητας να αλλάζει, σε αυτό σημαντικό ρόλο παίζει η ταξική πάλη, ο μέσος όρος της παγκόσμιας παραγωγικότητας και η σύνθεση κεφαλαίου ανά κράτος, αλλά το κεφάλαιο είναι παγκόσμια σχέση. Είναι σχέση επέκτασης τόσο γεωγραφικά όσο και κοινωνικά. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα “παγκοσμιοποίησης” (ως μιας νέας αναδυόμενης διαδικασίας, και άρα επιστροφής σε μια παλαιότερη μορφή κράτους, που ζούσε με αυτάρκη εθνικό τρόπο) αλλά ιστορικοποίησης μορφής αυτής της παγκοσμιότητας[4]. Η κρατική μορφή είναι μια αναδίπλωση, είναι η μορφή με την οποία το τοπικό κεφάλαιο (ως αστική κοινωνία και όχι ως αστική τάξη) ταυτόχρονα διαχωρίζεται και συνδέεται με τα άλλα τοπικά κεφάλαια σε παγκόσμιο επίπεδο. Διαχωρίζεται στο βαθμό που θέτει όρια, δασμούς και ελέγχους στις ροές εμπορευμάτων, κεφαλαίων και εργατικής δύναμης, από την άλλη συνδέεται μαζί τους στα ίδια πλαίσια διεθνών εμπορευματικών ανταλλαγών, κεφαλαίων και εργατικής δύναμης, καθώς ως κεφάλαιο μόνο ενάντια , απέναντι και σε σχέση με άλλα κεφάλαια μπορεί να υπάρξει. Η αντιπαράθεση κράτος vs διεθνοποίηση είναι λανθασμένη αναλυτικά στο βαθμό που παραγνωρίζει την αντιφατική δομή του καπιταλισμού εν γένει και του καπιταλιστικού κράτους ειδικά, που στον πυρήνα τους έχουν την αντίφαση του θεμελιώδους καπιταλιστικού κοινωνείν: είμαι συνδεδεμένος με τον Άλλο στο βαθμό που ο Άλλος είναι το μέσο για να εξυπηρετήσω το σκοπό μου, αλλά αυτός ο Άλλος έχει και δικούς του σκοπούς που προβάλλει πάνω μου. Έτσι είμαστε ταυτόχρονα “ελεύθεροι” και εξαρτημένοι ο ένας από τον άλλο. Η αντίφαση του κράτους στη διεθνή και τοπική του διάσταση διαφαίνεται στην εξωτερικότητα των σχέσεων μεταξύ κρατών, τα κράτη συνδέονται, συνεργάζονται ή ανταγωνίζονται μόνο στο βαθμό που προσπαθούν σε τοπικό επίπεδο να ελέγξουν τις διεθνείς ροές του κεφαλαίου βάσει των οποίων συγκροτούνται[5], όσο πιο πολύ ανταγωνίζονται, πράττουν δηλαδή το “καπιταλιστικώς αυτονόητο” τόσο πιο πολύ αλλοτριώνονται από την πολυπόθητη “αυτοτέλεια” της καπιταλιστικής αφήγησης, καθώς ταυτίζονται με κάτι που δεν μπορούν να ελέγξουν. Αυτή η αντίφαση του κράτους είναι υψωμένη σε μεγαλύτερο εκθέτη η βασική αντίφαση του κεφαλαίου: ένωση δια της διάλυσης, σχέση δια του ανταγωνισμού. Ο σύγχρονος λαϊκισμός -αριστερός ή δεξιός- που επιχειρηματολογεί υπέρ της Καταλονίας ή άλλων νέων κρατικών μορφωμάτων είναι καταδικασμένος σε κάποιο βαθμό να αποτύχει δομικά. Παρόλα αυτά υπάρχει ακόμα ανοιχτό το διακύβευμα του ποιος θα επωμιστεί αυτήν την αποτυχία: ή θα αποτύχει να σχηματίσει κράτη “παλαιού, φορντικού και κενσιάνού τύπου” και την αποτυχία θα την επωμιστούν συνολικά οι αστικές τους κοινωνίες ή θα καταφέρουν να σχηματίσουν ανεξάρτητα κράτη, και μετά βάσει του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας, της παραγωγικότητας τους, της ικανότητας τους να συνάψουν συμμαχίες με άλλα κράτη ή να βρουν αγορές κεφαλαίων θα πρέπει να υπάρξει μια εξίσωση του ποσοστού κέρδους εσωτερικά με το επίπεδο τιμών διεθνώς, καθώς κανέναν κράτος δεν ζει μόνο του. Αυτό σημαίνει ότι το βάρος θα πέσει στα μεγαλύτερα κομμάτια της εργατικής τάξης ή των ανέργων αυτών των νέων κρατών καθώς από όλους τους παράγοντες που υπεισέρχονται στην καπιταλιστική παραγωγή ο πιο εύκολος στόχος εξοικονόμησης κεφαλαίου (και πολλές φορές ο μόνος) είναι η μείωση του έμμεσου και του άμεσου μισθού.

#5

Παρόλα αυτά τα υλικά διακυβεύματα που πυροδοτούν την κρίση είναι υπαρκτά. Ιστορικά μιλώντας, η περιοχή της Καταλονίας έχει κληροδοτήσει από το παρελθόν ήδη σχετικά σταθερές μορφές τοπικής αυτοδιοίκησης οι οποίες είναι έτοιμες να λειτουργήσουν ως κρατικοί θεσμοί. Ένα νέο εθνικό κεφάλαιο έχει εδώ την ιστορική βάση να δημιουργηθεί. Από οικονομικής άποψης, η Καταλονία βρίσκεται μπροστά σχεδόν σε όλες τις οικονομικές επιδώσεις σε σχέση με την υπόλοιπη Ισπανία. H Καταλονία βρίσκεται με διαφορά μπροστά από το μέσο ισπανικό όρο στους οικονομικούς δείκτες, η περιοχή είναι μπροστά σε μορφωτικό επίπεδο, βιομηχανία, παραγωγικότητα της εργασίας βάσει των ευρωπαϊκών στάνταρ, διεθνείς επενδύσεις στον αγροτικό και βιομηχανικό τομέα, μισθούς και προσδόκιμο ζωής. Η προσφορά της στο εθνικό ΑΕΠ είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με τον πληθυσμό της ενώ κατέχει το 1/4 των εξαγωγών της Ισπανίας .[6] Από την άλλη η συμμετοχή μιας τόσο παραγωγικής περιοχής με βάση τα διεθνή κριτήρια σε μια χώρα που είναι πίσω σε όλα αυτά με ένα σχεδόν μη βιώσιμο χρέος πυροδοτεί αντιδράσεις. Από πλευράς καθαρά αστικής οικονομολογίας εκ πρώτης όψεως φαίνεται λογικό μια τέτοια περιοχή να θέλει να αποσχιστεί και να μη θέλει να επωμιστεί μέρος στην συμμετοχή αποπληρωμής του ισπανικού χρέους που νιώθει ότι η ίδια δεν το δημιούργησε στα πλαίσια της οικονομικής της ευρωστίας. Αυτός είναι ακριβώς και ένας από τους βασικότερους λόγους που τόσο έντονα διεκδικεί και το κεντρικό ισπανικό κράτος την περιοχή.[7] Η ατμομηχανή της ισπανικής οικονομίας πρέπει να μείνει εντός, για να τραβήξει και το υπόλοιπο τραίνο. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους βασικούς άξονες της όλης αντιπαράθεσης είναι η μη ικανότητα ορισμού της εσωτερικής φορολογικής πολιτικής, δυνατότητα που την αρνείται πιστά η κεντρική κυβέρνηση και τη διακδικεί η εν δυνάμει τοπική. Παρόλα αυτά, η επενδυσιμότητα μιας περιοχής, η ικανότητα καπιταλιστικής συσσώρευσης κτλ δεν εξαρτάται μόνο από την παραγωγικότητα της εργασίας με αυστηρά υλικούς όρους. Όροι σταθερότητας του κρατικού μηχανισμού, διεθνών σχέσεων, δασμών, νομισμάτων και ισοτιμιών κτλ μετράνε επίσης στη κίνηση του κεφαλαίου από το οποίο εξαρτάται η κοινωνική αναπαραγωγή στο καπιταλισμό. Για να ισορροπήσει μια τέτοια κατάσταση ή θα χρειαστεί πόλεμος και άγρια καταστολή τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά ή θα πρέπει να υπομείνει ο τοπικός πληθυσμός μεγάλη φτώχεια για κάποιο καιρό[8]. Αυτό το οποίο λέμε είναι ότι από τη στιγμή που το κεφάλαιο λειτουργεί με την αμφίβολη για το ίδιο προσδοκία άντλησης υπεραξίας (καθώς αυτή πάντα εξαρτάται από την ισορρoπία της ταξικής πάλης για τον κοινωνικά καθορισμένο πλούτο), και αφού αυτό έχει σαν προϋπόθεση την κοινωνική πειθαρχία, η ένταξη ή απόσχιση μιας περιοχής από μια άλλη δεν είναι απλή προσθαφαίρεση αλλά μεταβάλει και τους όρους εν δυνάμει παραγωγικότητας και των δύο -και του παλιού κράτους και του νέου- καθώς μέχρι πρότινος αξιολογούνταν από την καπιταλιστική αγορά με ενιαίο τρόπο, με όρους ενιαίας εμπειρίας της κρατικής λειτουργίας. Το λάθος που κάνουν όλες αυτές οι αναλύσεις που μεταχειρίζονται τα οικονομικά γεγονότα ως προσθαφαιρέσεις σταθερών οικονομικών μεγεθών, είναι ότι διαχωρίζουν τις μορφές εμφάνισης του κεφαλαίου από το δομικό χαρακτήρα της σχέσης που τα συγκροτεί εξ αρχής ως πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα. Το κεφάλαιο δεν είναι απλά ένα μετρήσιμο οικονομικό μέγεθος, δεν είναι μόνο αριθμοί. Ορίζει πρώτα και κύρια το τι εκφράζουν αυτοί οι αριθμοί, και αυτό που εκφράζουν είναι το σύνολο των κοινωνικών παραγόντων που συντρέχουν στην άντληση υπεραξίας. Η αξία συγκροτεί την κοινωνία και ταυτόχρονα πάνω της εγγράφεται το σύνολο των κοινωνικών συμβάντων.

#6

Είναι σίγουρα αστείο να μιλάμε για οικονομικές αναλύσεις χωρίς να λαμβάνουμε υπ’ όψιν μας στις αναλύσεις μας τις επιθυμίες των ανθρώπων. Όσοι βγήκαν και έπαιξαν ξύλο στους δρόμους της Βαρκελώνης είναι επικαθορισμένοι από οικονομικά κριτήρια αλλά δεν κινούνται μόνο από αυτά. Κινούνται επιθυμητικά, θυμικά. Αυτό το οποίο ονειρεύονται είναι μια καλύτερη ζωή και διεκδικούν τη μη υποτίμηση τους. Παρόλα αυτά εδώ πρέπει να γίνει μια σημαντική διάκριση. Ο θετικός πυρήνας μιας επιθυμίας δεν είναι αρκετός για να χαρακτηρίσει το γίγνεσθαι αυτής της επιθυμίας θετικά. Η απόλυτα θετική αποτίμηση μιας τέτοιας επιθυμίας παραβλέπει την ιστορία που την διαμόρφωσε, και την ιστορία στην οποία εκδιπλώνεται ως πράξη. Μεταξύ του ονείρου και της υλικής εκπλήρωσης του, διαμεσολαβείται ο υλικός κόσμος, οι κληρονομημένες ιστορικές συνθήκες και έννοιες, η συνολική διαδικασία κοινωνικής αναπαραγωγής με τους περιορισμούς και τις δυνατότητες της. Αυτό το οποίο μετρά είναι το πως μια επιθυμία περνάει στην πράξη. Στο βαθμό που η εργατική τάξη στη παρούσα φάση εμφανίζεται ανίκανη να συγκροτήσει ένα επαναστατικό υποκείμενο το οποίο ακριβώς θα επαναστατήσει όχι ενάντια μόνο στους “αστούς” ως φυσικά πρόσωπα αλλά και ενάντια σε αυτό στο οποίο η ίδια έχει συγκροτηθεί στο πλαίσιο της καπιταλιστικής ιστορικότητας και του κράτους της, στο βαθμό που υπό τον φόβο του αποκλεισμού, της περιθωριοποίησης και του υπερπληθυσμού που φυτοζωεί στα περιθώρια των μεγαλουπόλεων ή έξω από τα καπιταλιστικά δυτικά κράτη, προτιμά να στρατεύεται εξακολουθητικά κάτω από εθνοποιητικές σημαίες, η επιθυμία της παραμένει εκγλοβισμένη στην αρχή της ταυτότητας, αναπαράγει αυτό το οποίο ήδη ξέρει, καθώς μόνο αυτό φαίνεται να έχει έστω και μια μικρή αποτελεσματικότητα στη παρούσα φάση. Αυτό που μουρμουρίζει η εργατική τάξη σήμερα δεν είναι μια νέα Διεθνής αλλά ένα μίζερο νανούρισμα που λέει ότι “από το καθόλου κράτος, απ΄το φόβο του περιθωρίου, έστω ένα οποιοδήποτε κράτος είναι καλύτερο”.

Η επιθυμία δεν είναι βιταλιστική αλλά ένας κινητήρας του κόσμου και τη ιστοράς. Κινεί την ιστορία και ταυτόχρονα διαμορφώνεται από αυτή. Συγκροτείται μέσα από κοινωνικές αναπαραστάσεις. Είναι κοινωνικά και ιστορικά συγκροτημένη μέσω μιας φαντασίωσης, ενός habitus, και μιας σκιάς, ενός κινδύνου του Πραγματικού. Κανείς δεν θέλει να ζήσει στη μαύρη τρύπα του πραγματικού, έξω εντελώς από το βλέμμα του Άλλου. Ο κόσμος της Καταλονίας από επιθυμητική πλευρά παλεύει να εγγραφεί στην Ιστορία, στο ιστορικό βλέμμα, καθώς το κοινωνικό παράδειγμα που κόσμος, ομάδες πληθυσμών ακόμα και κοινωνίες ολόκληρες διαγράφονται καθώς αδυνατούν να αντεπεξέλθουν και να ενταχθούν στις νόρμες κίνησης της δυναμικής του καπιταλισμού είναι πλέον υπαρκτός και σταθερός φόβος του σύγχρονου υποκειμένου. Όσο το Νέο δεν γεννιέται μόνο η γνώση του παρελθόντος παραμένει ως μοναδική διαφυγή. Βέβαια οι κοινωνικές πραγματικότητες και αναπαραστάσεις που συγκροτούν αυτή τη γνώση και αυτούς τους φόβους δεν είναι ανεξάρτητες από την αξία και τη καπιταλιστική μηχανή: έχουν σχηματιστεί στην longue duree από τις αντικειμενικές οικονομικές κατηγορίες που συγκροτούν το σύνολο της υλικής πραγματικότητας και εκεί τελικά επιβεβαιώνεται το αν μια γνώση μια αναπαράσταση θα συνεχίσει να έχει πολιτική εγκυρότητα ή όχι, το αν θα αποτελεί βάση πολιτικής κινητοποίησης ή όχι. Ο κόσμος ο οποίος βγαίνει στους δρόμους της Καταλονίας δεν γνωρίζει τους βαθύτερους “οικονομικούς κινδύνους” της ιστορίας ούτε μαρξισμό φυσικά. Ακόμα και αν ξέρει όμως κάτι τέτοιο για την ιστορία δεν έχει σημασία, τα κινήματα δεν φτιάχνονται με διαφωτιστικούς όρους, αλλά εμφανίζονται εκεί που σχηματίζονται γραμμές φυγής, και τα όνειρα των ανθρώπων δεν επικαθορίζονται από το Παλιό, εκεί που κάθε παλιά κοινωνική αναπαράσταση έχει απομυθοποιηθεί, έχει χάσει τον χαρακτήρα της μόνιμης επεξηγηματικής και πρακτικής εγκυρότητας της. Το προλεταριάτο όμως, έχει χάσει αυτή την εγκυρότητα του αποτελέσματος ως προς το Νέο και την έχει κερδίσει το κράτος και το έθνος μέσα στον 20ο αιώνα ως μοναδικές μορφές αποτελεσματικής οργάνωσης του κόσμου, παρά το μεγάλο τίμημα τους. Μέχρι κάτι τέτοιο να εμφανιστεί ως δυνητική πιθανότητα, το Ίδιος, η αναπαραγωγή του κράτικου τρόπου οργάνωσης θα είναι μονόδρομος τόσο για την εργατική τάξη όσο και για τους αστούς όπως σωστά παρατηρούσε η Ellen Meiksins Wood.

#7

Πρέπει να παραδεχτούμε ότι η αποτυχία των παλαιών επαναστάσεων είναι που οδηγεί τους ανθρώπους στην αγκαλιά της κρατικής διαπάλης. Ο κοινωνικός και γνωσιολογικός ορίζοντας, η κοινωνική φαντασίωση, το habitus, η κοινωνική συλογγική αναπαράσταση των υποκειμένων για τον κόσμο τους, από όποια πλευρά και αν το δει καμιά, ο ορίζοντας μονοπωλείται από το κράτος και το κεφάλαιο ως μοναδικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Παρόλα αυτά, αυτοί που μπροστά σε αυτή τη τρομακτική παραδοχή προσπαθούν να ταυτίσουν τον όποιο εθνικισμό, το κράτος και το παρελθόν με την επανάσταση, απεγνωσμένοι όντας, να βρουν μια επανάσταση να κρυφτούν από τους τυφώνες που έρχονται, διαπράττουν διπλό αμάρτημα. Ως ηττημένοι ιστορικά αντί να βρουν νέους τρόπους να αντισταθούν παραδίδουν τις έννοιες, τα πρακτικά και τα διανοητικά όπλα στον εχθρό, στην αστική σκέψη, συγχέουν το νέο με το παλιό, αυτό που πρέπει να έρθει με ότι ήδη υπάρχει. Παραιτούνται από το να θέσουν το ερώτημα του πως θα πάμε μπροστά ερχόμενοι σε ρήξη με ότι ξέρουμε, καθώς ότι μάθαμε στην ιστορία μας μέχρι στιγμής ήταν ταξικές λύσεις. Όσο και αν θέλουν να διαχωριστούν από τους φιλοευρωπαίους αντιπάλους τους, στην πραγματικότητα είναι ακριβώς ίδιοι: όπως οι ευρωπαίοι προτιμούν τα πτώματα των μεταναστών για να υπερασπίσουν τα “ανάπηρα καλά” της ενωμένης καπιταλιστικής Ευρώπης, έτσι και οι νέοι “λαϊκοί αγωνιστές” όλως των χρωμάτων και ηπείρων, που προσδοκούν μάταια σε μια επιστροφή στο παλιό κενσυανό και “αυτεξούσιο” και κυρίαρχο κράτος προτιμούν να δουν εμφυλίους, πολέμους και φτώχεια, για να υπερασπιστούν μια ιδέα, που ιστορικά στο παρελθόν μας έδειξε πόσο περιορισμένη ήταν, και ότι στο πυρήνα της βασίστηκε αφενός στον αποκλεισμό κάποιων έξω από τα σύνορα, αφετέρου στην εκμετάλλευση όσων κατάφεραν να τα περάσουν-να ποια είναι η ουσία του κυρίαρχου έθνους κράτους[9]. Αν το κράτος και το κεφάλαιο είναι η αλλοτριωμένη και υπερβατική αρχή του αποκλεισμού, του καταμερισμού εργασίας και της εκμετάλλευσης, και αν η ιστορία μας μέχρι στιγμής ήταν αυτό, τότε ισχύει η φράση του August Strindberg ότι “είμαστε ήδη στην κόλαση. Είναι η Γη η ίδια που είναι κόλαση, οργανωμένη απο μια δύναμη μεγαλύτερη από εμάς, που δεν μπορώ να κάνω βήμα χωρίς να προκαλώ πόνο στους γύρω μου, και οι γύρω μου δεν μπορούν να απολαύσουν τη χαρά τους αν δεν πονέσουν εμένα, τι πιο διαβολικό απ’ αυτό;”. Αυτοί που σηκώνουν τις σημαίες της επστροφής του Ίδιου, που αγνοούν το μάθημα που έδωσε η ιστορία στους ανθρώπους με πόνο και αίμα, αυτοί σηκώνουν τις σημαίες της κόλασης. Χαιρετήστε τα σύνορα που μέλλουν να ‘ρθούν.

Υποσημειώσεις.

[1] When insurrections die – Gilles Dauvé

[2] Θέση που διατρέχει τη Μαρξική κριτική βάσει της φράσης του Μάρξ ότι η ελευθερία στο καπιταλισμό είναι ιστορικά και κοινωνικά προσδιορισμένη ως “Ελευθερία, ισότητα, ιδιοκτησία και Μπένθαμ”. Παρόλα αυτά έχει την αφετηρία της ως παραδοχή στο φυσικό δίκαιο του 18ο αιώνα. Πάνω σε αυτό το προβληματισμό οι περισσότεροι φυσικοδικαιιστές αρνούνται την χρησιμότητα ή την πιθανότητα μιας ολοκληρωτικής δημοκρατίας καθώς θα καταργούσε την αρχή του νόμου. Ο Χέγκελ πρώτος, και στη συνέχεια ο Μαρξ και η μαρξική θεωρία της αξίας και του κράτους μας κατέδειξαν ότι έτσι και αλλιώς η αρχή της κοινωνικής συγκρότησης δεν είναι ο νόμος αλλά η αξία, συνεπώς μια τέτοια “δημοκρατικοποίηση” στα πλαίσια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι μη δυνατή, το κράτος δεν είναι αρχή αλλά εγγυητής της αρχής της αξίας.

[3] Michael Heinrich-State and Capital-

[4] Tobias de Brink-the inter and trans-nationalisation of individual capitals, the World market

[5] Για την σκοπιά της κριτικής θεωρίας και της ριζικής κριτικής δεν τίθεται θέμα υποχώρησης ή επαναφοράς του κράτους ενάντια στην “διεθνοποίηση. Αυτό που αλλάζει είναι η σχέση μεταξύ του κράτους ως τοπικού επιτηρητή της συσσώρευσης, των διεθνών οικονομικών του σχέσεων και των καθημερινών δεσμών αλληλεγγύης που παράγονται στο πλαίσιο της εθνικής ιδέας. Σίγουρα μετασχηματισμοί προκαλούνται αλλά αυτοί οι μετασχηματισμοί κατά βάση έχουν να κάνουν με αλλαγές του κράτους σε σχέση με το εξωτερικό και το εσωτερικό του, φαινομενική υποχώρηση κάποιων λειτουργιών (των αντιπροσωπευτικών) του και ισχυροποίηση άλλων (των λογιστικών και των κατασταλτικών) στο βαθμό που όλο και πιο συχνά για να κρατήσουν τη συνοχή τους οι μηχανισμοί της αγοράς χριάζονται κατασταλτικά μέσα, καθώς η δυναμική ξεφεύγει από τη δημοκρατική διαχείριση. Το κράτος όμως δεν έφυγε ούτε φεύγει ποτέ. (Για ένα από τα πολλά παραδείγματα αυτής της επιχειρηματολογίας δες Johannes Agnoli-the market, the state and the end of history όπως επίσης και Werner Bnefeld-On German Ordoliberalism). Παρόλα αυτά η απάντηση σε αυτή την τάση, ως ‘επιστροφή στο παλιό κράτος πρόνοιας είναι σε μεγάλο βαθμό λανθασμένη και αδύνατη.

[6]http://www.euronews.com/2017/09/29/six-charts-on-how-catalonia-compares-to-the-whole-of-spain και https://www.ft.com/content/62118282-a35a-11e7-b797-b61809486fe2

[7] Η φράση που έγινε και σύνθημα στις καταλανικές πορείες, είναι “Madrid nos roba” -Η Μαδρίτη μας ληστεύει. Μεταξύ των διαδηλωτών η αίσθηση ότι η Μαδρίτη παίρνει πιο πολλά απ όσα δίνει στην περιοχή με βασικό επίδικο το δικαίωμα σε τοπική φορολογική πολιτική είναι κεντρικό ζήτημα στις διαδηλώσεις. https://www.marketplace.org/2017/09/29/economy/big-reason-catalonia-wants-secede-economic-richest-regions-in-spain. Πολλοί αναλυτές ως απάντηση σε αυτό καταδεικνύουν ότι “αυτό είναι επιχείρημα των εθνικιστών, και ότι οι διαφωνίες είναι άλλες”. Αυτό το επιχείρημα είναι παράλογο υπό την έννοια ότι σε μια διαδικασία εθνοποίησης τα επιχειρήματα των εθνικιστών είναι αναγκαστικά οι βασικοί άξονες συγκρότησης του έθνους κράτους. Αυτές οι αναλύσεις προϋποθέτουν ότι κάπου αλλού υπάρχει ένας άλλος καλός εθνικισμός.

[8]http://www.bbc.com/news/world-europe-41474674 και https://www.cnbc.com/2017/09/21/heres-how-bad-economically-a-spain-catalonia-split-could-really-be.html

[9] Οι αριστεροί και αναρχικοί που υπερασπίζονται σήμερα την Καταλονία, πέρα από λόγους αυστηρά στενού συνδικαλισμού, το κάνουν και στα πλαίσια είτε αναλυτικών σφαλμάτων είτε αναπαραγωγής του μύθου μιας “προοδευτικότητας της περιοχής” την περίοδο του Ισπανικού εμφυλίου. Αυτή η ανάγνωση αγνοεί εξακολουθητικά ότι α) τα αποτελέσματα της επαναστατικής διαδικασίας στη Βαρκελώνη τότε δεν ήταν τελικά και τόσο επαναστατικά όσο ισχυρίζονται οι πολιτικοί τους επίγονοι, παρά τον αδιαμφισβήτητα μεγαλειώδη αντιφασιστικό αγώνα των κατοίκων της περιοχής β) αγνοούν ότι εδώ και 80 χρόνια δεν υπάρχει κάποια επαναστατική διαδικασία στην περιοχή, και ότι “το κεφάλαιο” τότε, είχε μια πολύ πιο διαφορετική, νομική, οικονομική και τεχνολογική μορφή απ ότι τώρα. Βρισκόμαστε στην εφιαλτική εποχή που το παρελθόν δεν μπορεί να μας παράσχει παραδείγματα, παρά μόνο οράματα.

ΠΗΓΗ