HOME » ΕΠΙΚΑΙΡΑ » ΠΟΛΙΤΙΚΑ » ΒΙΔΙΤΣΕΣ (Once a hooker always a hooker)

ΒΙΔΙΤΣΕΣ (Once a hooker always a hooker)

Revenge Χορός: οἱ προσκυνοῦντες τὴν Ἀδράστειαν σοφοί.

Προμηθεύς: σέβου, προσεύχου, θῶπτε τὸν κρατοῦντ᾽ ἀεί. ἐμοὶ δ᾽ ἔλασσον Ζηνὸς ἢ μηδὲν μέλει. δράτω, κρατείτω τόνδε τὸν βραχὺν χρόνον.ὅπως θέλει· δαρὸν γὰρ οὐκ ἄρξει θεοῖς. 

Αισχύλου, Προμηθέας Δεσμώτης, Έξοδος, 936-939*

Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του Εμφυλίου στην Ελλάδα υπήρξε, οπωσδήποτε, η συμπαγής ιδεολογική περιχαράκωση: η απώθηση κάθε σκέψης, στάσης, δράσης του αντιπάλου ως a priori ολέθριας για τον τόπο και η υπεράσπιση κάθε σκέψης, στάσης, δράσης αντίθετης σ’ αυτήν, ως a priori σωτήριας για τον τόπο.

Το πώς λειτουργεί η παλαιοαριστερή τυφλή περιχαράκωση είναι γνωστό: το ΚΚΕ έκανε και κάνει πάντα ό,τι καλύτερο μπορεί προς σ’ αυτή την κατεύθυνση. Το Κόμμα είχε και έχει πάντα δίκιο. Το ίδιο γνωστό είναι πώς λειτουργεί και η φασιστική περιχαράκωση των νεοναζί: η τυφλή βία είχε και έχει πάντα δίκιο.

 

Σήμερα όμως παρατηρείται μια νέου τύπου περιχαράκωση, που εκτρέφεται, συντηρείται, εκπορεύεται από διαφορετική πλευρά του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου: από φιλομνημονιακούς opinion makers, συγγραφείς, δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς, διαδικτυακούς σχολιαστές κ.ά. και, δι’ αυτών, εξαπλώνεται ως γάγγραινα σε αμαθή, αφελή, απολίτικο κόσμο: κυρίως σε όσους μέχρι την κρίση αδιαφορούσαν ηγεμονικά για τα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Η σε βαθμό τυφλότητας υπεράσπιση του μνημονίου από αυτή την “πνευματική” (και “πνευματώδη”) ομάδα των, μέχρι πρότινος αδρανών έως αμέτοχων στα κοινά και τώρα όψιμα “ενεργών” διανοουμένων, αποκτά βαθμιαία τα χαρακτηριστικά ιδεολογικής περιχαράκωσης με όρους και τεχνικές εμφυλίου πολέμου: λυσσαλέα συκοφαντία, λεκτική βιαιότητα, εχθρική έως ανήθικη συμπεριφορά κατά του “αντιπάλου” και μαζί έκδηλο οπαδικό μίσος, καμία ανοχή προς τη σκέψη του άλλου και μαζί αδυναμία δημοκρατικού διαλόγου, μονολιθική εμμονή ως προς τον “κακό” Άλλο, δηλ. τον αντιμνημονιακό Άλλο της Αριστεράς – τον οποίο, αυτή η εμφυλιοπολεμική ομάδα των opinion makers, σταθερά καταδικάζει, σταθερά λοιδωρεί, σταθερά υβρίζει, σταθερά συκοφαντεί, ως τον αποκλειστικό, ως τον μόνο υπαίτιο όλων των δεινών της χώρας και περίπου ως το μόνο εμπόδιο στην όποια “σωτηρία” της.

Το πράγμα ορισμένως έχει καταντήσει γελοίο και γελοία είναι η εποχή μας χωρίς αντίρρηση: απέναντι σ’ ένα απίστευτα ξενόδουλο-κατασταλτικό κράτος που κλέβει, καθυβρίζει, ντροπιάζει τον πολίτη, που τον οδηγεί στον αργό, βασανιστικό θάνατο με κάθε δυνατό τρόπο· απέναντι σ’ έναν εκσυγχρονισμένο φασισμό άγριας αλαζονείας και εκτεταμένης προσβολής της κοινωνίας, απέναντι σε μία συνθήκη όπου οποιοσδήποτε μη ευνοημένος εκ του μνημονίου, δηλαδή το 90% τουλάχιστον του πληθυσμού, θεωρείται / κατηγοριοποιείται αυτομάτως ως δυνάμει “εχθρός του λαού”, το να εμφανίζεται μια (ψευδο)ιντελιγκέντσια συγγραφίσκων-δημοσιογραφίσκων-παν/κών καθηγητίσκων κλπ. ως διαμεσολαβητής του εκφασισμού της δημόσιας ζωής, ναι, είναι απολύτως γελοίο αλλά είναι φυσικά και επικίνδυνο.

Για τον απλό λόγο ότι αυτοί οι διαμεσολαβητές αποτελούν τον ασφαλέστερο οδοστρωτήρα για τη διάνοιξη δρόμου προς τον εκφασισμό των απολίτικων, τώρα όμως αγανακτισμένων, συνειδήσεων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που όλοι αυτοί οι τύποι ομνύουν εσχάτως ότι ακόμα είναι αριστεροί (ή ήταν η κατακαημένη μανούλα τους, ή ο ήρωας παππούς τους) ή έστω ότι, ως “αμάρτημα νεανικό”, υπήρξαν κάποτε “και αυτοί” αριστεροί, ή ακόμα, ότι ουδέποτε πραγματικά “τους συγκίνησε” η Αριστερά κλπ. Δεν είναι δηλαδή τυχαίο ότι εκφέρουν μονίμως έναν λόγο που έστω και εμμέσως παραπέμπει στην Αριστερά, ώστε να προκαλέσουν σύγχυση σ’ έναν κόσμο που η κρίση τον αναγκάζει, έστω και διά της βίας, να σκέφτεται σοβαρά την αριστερή επιλογή. Παριστάνουν δηλ. ότι ασκούν κριτική από τα αριστερά, όπως π.χ. το κάνει, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, σύμπασα η “ιντελιγκέντσια” που συμπαρατάσσεται με τον λόγο της ΔΗΜΑΡ.

 

Υπάρχουν θεωρητικοί που χειρίζονται αυτά τα πολιτικά πράγματα πολύ καλύτερα από μένα (π.χ. ο Νικόλας Σεβαστάκης) και έχουν γράψει επανειλημμένα επ’ αυτών. Κι εδώ, “σ’ εμάς”, άλλωστε, η Έφη Γιαννοπούλου και ο Θεόφιλος Τραμπούλης του Unfollow, η Niemands Rose, η Flora Mirabilis, ο Αριστοτέλης Σαΐνης, ο Νίκος Σκοπλάκης κ.ά. έχουν συχνά αναλύσει, με επιχειρήματα, σοβαρές όψεις του ζητήματος.

Όμως εμένα με καίει ένα, συναφές με αυτά, ζήτημα, ας πούμε, «μυθιστορηματικού» χαρακτήρα: πώς, δηλαδή, ένας μορφωμένος άνθρωπος καταφέρνει και εκγυμνάζει τη συμπεριφορά του ώστε βαθμιαία να αποκτά εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά απέναντι στον Άλλο; Πώς και γιατί ένας συγγραφέας, δημοσιογράφος, πανεπιστημιακός κλπ. γίνεται κατά περίπτωση ψεύτης, συκοφάντης, λοιδωρός, αλήτης, έως και φασίστας; Τι του χρειάζεται; Τι τον ωφελεί; Πώς το μπορεί;

 

Σκέφτομαι πολύ καιρό τώρα και καταλήγω: προφανώς δεν θα είναι τόσο δύσκολο. Μπορείς, ακόμα κι αν δεν έχεις όσα εκείνοι, να ταυτίζεσαι με την τάξη εκείνων που έχουν. Μπορείς, ακόμα κι αν δεν είσαι φασίστας, να φέρεσαι ανάλογα. Για ποιον ακριβώς λόγο: επειδή η όποια ανάγκη σου να υπάρξεις ως κατιτί, μια βιδίτσα της εξουσίας (που, βεβαίως, εσύ το θεωρείς σπουδαιότατο αλλά οι πολλοί ανάξιο σημασίας) είναι για σένα μεγαλύτερη από τη δικαιοσύνη των επιχειρημάτων, μεγαλύτερη από τη δημοκρατική ηθική του διαλόγου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Φυσικά, για όλα υπάρχει κάποιο τίμημα. Αυτή η υπαρκτή οντολογική ανάγκη σου, που εκπορεύεται ευθέως από την ταξική σου θέση και συνιστά τη θεμελιώδη στάση στη ζωή σου, για να ικανοποιηθεί οφείλει να θυσιάσει ένα (σημαντικό για τους πολλούς αλλά ανάξιο για σένα) πράγμα: την αξιοπρέπεια, τον αυτοσεβασμό, τη συνέπεια με κάποιες αρχές. Και το θυσιάζει αυτό το αστείο πραγματάκι, ο θλιβερός διανοούμενος της πεντάρας, το θυσιάζει εύκολα, το πετάει στην αγοραία Αγορά, γίνεται ακόμα και τηλεοπτική γλάστρα ή αντηχείο της αρχαίας Ευρώπης του διαφωτισμού – που είναι περίπου το ίδιο, αφού και οι δύο στάσεις κατατείνουν, έστω και από διαφορετική διαδρομή, προς τον ίδιο πόθο: να πραγματωθεί το ταξικό κατιτί σου, η βιδίτσα που θέλεις να είσαι στην φτωχή επαρχιακή εξουσία της περιφερειακής ασήμαντης χώρας.

Από το σημείο αυτό έως το να διαθέσεις τον εαυτό σου κανονικά στην υπηρεσία της αυταρχικής θεσμικής εξουσίας το βήμα είναι πολύ μικρό. Η εξουσία χρειάζεται “κουλτουριάρικα” φερέφωνα όπως εσύ, κι εσύ πάλι χρειάζεσαι το χρίσμα, τη ζεστή “αγκαλιά” της εξουσίας.

 

Υπάρχουν τέτοιες ανάγκες, τέτοιοι δυστυχισμένοι “διανοούμενοι” άνθρωποι, τέτοιες αθλιότητες. Πάντα υπήρχαν. Τον καιρό του ογδόντα και του ενενήντα αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι λοιδωρούσαν ανενδοίαστα όποιον έβαζε ζητήματα ιστορικής μνήμης, θέματα πολιτικής συνείδησης, θέματα κοινωνικής ουτοπίας και οραμάτων στη δουλειά του: τον παρουσίαζαν ως εξωτικό προϊόν, ως ανόητο ρομαντικό, ως περιθωριακό του λόγου. Έριχναν στο αστείο, κατά κανόνα στο χύδην αστείο, κάθε σοβαρή, δηλαδή πολιτική προσέγγιση των πραγμάτων – και ευφραινόταν και διασκέδαζε και γελούσε ο κόσμος μαζί τους με τις δημόσιες τοποθετήσεις τους, με τα δημόσια γραπτά τους, με τον δημόσιο μεταμοντέρνο λόγο τους, επειδή με τους γελωτοποιούς σε εύκολους καιρούς γελάνε οι πάντες.

 

Τώρα, όμως, το χύδην χιούμορ, η αυθάδης παρατήρηση, το ευφυές σχολιάκι, ακόμα και η κατά κόρον αναγωγή στις ανθρωπιστικές αξίες της γερασμένης Ευρώπης, δεν πείθουν όπως παλιά. Γι’ αυτό και τώρα ενεργοποιείται άλλο όπλο: το Ψέμα.

Συνηθίζεις να πιστεύεις στα καθ’ υπαγόρευση ψέματα, όπως άλλοι συνηθίζουν στον κοινωνικό φόβο ότι θα χάσουν «τα κεκτημένα τους» αν δεν υπακούσουν, αν δεν συναινέσουν, αν δεν υποταγούν στη βαρβαρότητα. Όσο περισσότερα ψέματα της Εξουσίας μηρυκάζει, τόσο μεγαλύτερη ασφάλεια αισθάνεται το ανυπεράσπιστο / απαίδευτο υποκείμενο του κοινωνικού φόβου. Όμως, σκέφτομαι, το ίδιο ακριβώς πρέπει να συμβαίνει και με τον οργανικό διανοούμενο: όσο περισσότερα ψέματα τεχνηέντως διασπείρει, τόσο περισσότερο αισθάνεται απαραίτητη “βιδίτσα” του συστήματος, συστατικό του κομμάτι. Αυτό, στην πραγματικότητα, είναι μια ψευδαίσθηση, όμως, πριν αυτή προλάβει να διαλυθεί, νέα ψέματα έρχονται να ενισχύσουν τα πρώτα. Προσθέτοντας ψέματα πάνω στα ψέματα οικοδομείς βαθμιαία μια δυναμική ερζάτζ συνείδηση. Με αυτή την ελαστική συνείδηση, το μεν απαίδευτο υποκείμενο του κοινωνικού φόβου μπορεί θαυμάσια να γίνει από χαφιές έως χρυσαυγίτης φονιάς, ο δε εκπαιδευμένος διανοούμενος, ένας Γκέμπελς σε ατομική συσκευασία, – ανοίγοντας τον δρόμο για να γίνουν χαφιέδες και χρυσαυγίτες φονιάδες οι άλλοι.

 

Πόσο όμως αντέχει κανείς να ζει έτσι; Μέσα στο διαρκές, δόλιο ψέμα; Πόσο “ήσυχα” τελικά κοιμάται αυτή η ερζάτζ συνείδηση, αυτός ο μικρός Γκέμπελς; Πόσο “ασφαλής” μπορεί να νιώθει κανείς όταν η οντολογική / ταξική του ανάγκη οικοδομείται σε αρμούς κοινωνικού ψέματος; Ούτε ήσυχα νιώθει ούτε ασφαλής. Γι’ αυτό και σιγά-σιγά μεταλλάσσεται σε παχύδερμο κτήνος: όταν η δολιότητα, η κακοβουλία, η συκοφαντία γίνονται συστατικά του βίου σου ως πολίτη, βρίσκεσαι ένα βήμα, μόλις ένα βήμα πριν την Τύφλωση.

Με ανάλαφρο ευφραδή σχολιασμό για τα πιο καθημερινά θέματα, ώστε να αμβλύνεται η κρισιμότητά τους, π.χ. για τους μετανάστες, για τις καταλήψεις, για τις απεργίες, για τη “βία των δύο άκρων”, για το παραμικρό ζήτημα που μοιάζει να διασαλεύει τη μνημονιακή τάξη, σε επάλληλα στρώματα διασπείρεται προς κάθε κατεύθυνση, και προς πάντα αποδέκτη, ένα δόλιο Ψέμα. Συγκροτείται έτσι βαθμιαία ένας νέου τύπου δωσιλογισμός στον οποίο, άπαξ και αρχίσει να ενδίδει κάποιος, περιχαρακώνει αμετάκλητα τη συνείδησή του. Τίποτε δεν τον εμποδίζει πια. Καμία συνείδηση, καμία μόρφωση, καμία καλλιέργεια. Παχύδερμο με δημόσιο λόγο. Οι άλλοι, οι πολλοί, είναι εχθρός του. Παχύδερμο μηρυκαστικό. Βιδίτσα.

 

Ομολογουμένως, δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο στον κόσμο από τη συκοφαντία. Δεν μπορείς εύκολα να την πολεμήσεις κατά μέτωπο. Το ξέρουμε από πολύ παλιά αυτό. Ο Λουκιανός σ’ ένα πολύ γνωστό του κείμενο (Περί του μη ραδίως πιστεύειν διαβολή) εξηγεί ότι αιτία της συκοφαντίας είναι η άγνοια και ο φθόνος. Είναι αλήθεια. Αιτία της εμφυλιοπολεμικής συκοφαντίας των οργανικών διανοουμένων είναι η άγνοια, με την έννοια ότι ο λόγος τους βρίσκει εύκολα έδαφος στις ανίδεες πολιτικά συνειδήσεις που είναι εθισμένες στον κοινωνικό φόβο. Ναι, και ο φθόνος: της εξουσίας, που βιδίτσα της σκοτώνονται να γίνουν οι ίδιοι.

Αλλά και η συκοφαντία δεν είναι ανίκητη, έχει κι αυτή κάτι να τρέμει: μην διαρραγεί κάποια στιγμή, σαν χρηματιστηριακή φούσκα, το ψέμα του συστήματος και αποκαλυφθεί ο δωσιλογισμός που η νέα πολεμική τάξη υπαγορεύει στους διανοούμενους γκεμπελίσκους. Ναι η Ιστορία μάλλον περιμένει στη γωνία αυτούς τους πνευματώδεις συκοφάντες. Κι εκεί τα πράγματα θα είναι κομματάκι δύσκολα γι’ αυτούς. “Once a hooker always a hooker”, λένε οι αμερικάνοι, αλλά δεν συμφωνώ. (Επειδή υπάρχουν καταπληκτικές εξαιρέσεις στον κανόνα.) Συμφωνώ όμως απόλυτα στο: άπαξ πουλημένος, για πάντα πουλημένος.

 

——————————————————

* Χορός: Σοφοί όσοι την Αδράστεια* προσκυνάνε.

  Προμηθέας: Εσύ να σέβεσαι, να προσκυνάς και πάντα σου να θωπεύεις

τον καθένα της εξουσίας· μα εγώ τον Δία λιγότερο 

κι από μηδενικό μετράω· ας κάνει, ας κυβερνάει

όπως του αρέσει. Δεν θα ‘ναι για πολύ…

 

———————————————–

 

*Αδράστεια: θεά της εκδίκησης, κόρη του Δία, γι’ αυτό και η φράση που υπάρχει εδώ «οι προσκυνούντες την Αδράστεια» παραπέμπει στη δεισιδαιμονία/θρησκοληψία σύμφωνα με την οποία αυτός που πρόφερε τη φράση Προσκυνώ Αδράστειαν να αποφεύγει τη βασκανία, το μάτιασμα, το “κακό” κλπ.!

———————————————–

[του Άρη Μαραγκόπουλου]