HOME » ΕΠΙΚΑΙΡΑ » ΠΟΛΙΤΙΚΑ » Μπορεί άραγε η Αριστερά να ξεφύγει από τον οικονομισμό;

Μπορεί άραγε η Αριστερά να ξεφύγει από τον οικονομισμό;

Μπορεί άραγε η Αριστερά να ξεφύγει από τον οικονομισμό;Σερζ Λατούς

μετάφραση: Ν. Μάλλιαρης

Πρόταγμα για την αυτονομία και την άμεση δημοκρατία, Τεύχος 1, Δεκέμβριος 2010
Ας το πούμε ακόμα σαφέστερα: το τίμημα της ελευθερίας είναι η καταστροφή του οικονομικού ως κεντρικής και, στην πραγματικότητα, μοναδικής αξίας. Είναι τόσο υψηλό το τίμημα; Για μένα σίγουρα όχι. Προτιμώ χίλιες φορές να αποκτήσω έναν καινούργιο φίλο παρά ένα καινούργιο αυτοκίνητο. Αναμφίβολα πρόκειται για μια υποκειμενική προτίμηση. «Αντικειμενικά» όμως; Αφήνω ευχαρίστως στους πολιτικούς μας φιλοσόφους το καθήκον να «θεμελιώσουν» την (ψευδο)κατανάλωση ως απόλυτη αξία.
Κ. Καστοριάδης

Έξοδος από το αδιέξοδο της κοινωνίας της ανάπτυξης σημαίνει, αναμφίβολα, εξεύρεση των δρόμων για τη δημιουργία ενός άλλου κόσμου, επιλεγμένης εγκράτειας και ολιγαρκούς αφθονίας, ο οποίος πιστεύουμε ότι μπορεί να υπάρξει” σημαίνει όμως -για να το πετύχουμε αυτό- και την έξοδο από το τέλμα της «κριτικής» σκέψης, δηλαδή της ετοιματζίδικης σκέψης που αποτελεί σήμερα το διανοητικό «κεφάλαιο» των διάφορων συνιστωσών της Αριστεράς -όλων των συνιστωσών της Αριστεράς. Χρειάζεται να επινοήσουμε νέες μορφές πολιτικής δράσης, κάτι που σημαίνει ότι πρέπει να ξανασκεφτούμε την πολιτική και να βρούμε μια λύση στα αδιέξοδα της πολιτικάντικης εκδοχής της. Ένας από τους λόγους -ενδεχομένως ο βασικός- για τον οποίο απέτυχε ο σοσιαλισμός υπήρξε η θέληση ενός πολιτικού λόγου και ενός μοντέλου να καταστούν ηγεμονικά. Όχι ότι δεν υπήρξαν ποικίλες εκδοχές σοσιαλισμού, όπως, για παράδειγμα, ο λενινισμός, ο σταλινισμός, ο μαοϊσμός, οι ποικίλοι τροτσκισμοί και οι διάφορες μορφές σοσιαλδημοκρατίας” ωστόσο κανένα από αυτά τα μοντέλα και τα ρεύματα σκέψης δε στάθηκε ικανό να αποδεχθεί τον πολλαπλό χαρακτήρα της αλήθειας και τη ποικιλομορφία των συγκεκριμένων λύσεων.
Βέβαια ο Μαρξ, στο περίφημο γράμμα του προς τη Βέρα Ζαζούλιτς (Μάρτιος 1881), αναφέρεται στη δυνατότητα ενός άμεσου περάσματος από την παραδοσιακή αγροτική κοινότητα της Ρωσίας, το μιρ, στο σοσιαλισμό, δίχο^ς την ανάγκη να περάσουμε από το ενδιάμεσο στάδιο του καπιταλισμού. Αυτή η πίστη στη δυνατότητα ενός διαφορετικού δρόμου εκφράστηκε και στην περίπτωση των αφρικανικών χωρών, μετά την κατάκτηση της εθνικής τους ανεξαρτησίας, ενώ ορισμένοι την επικαλούνται σήμερα σχετικά με τους Ζαπατίστας και τις ιθαγενικές κοινότητες του Μεξικού. Γνωρίζουμε, παρ” όλα αυτά, ότι, δέκα χρόνια μετά το θάνατο του Μαρξ, ο Ένγκελς έδειχνε πολύ πιο σκεπτικός αναφορικά προς το ζήτημα, ενώ είκοσι ακόμα χρόνια αργότερα ο Λένιν επιτιθόταν θεωρητικά και πρακτικά σε αυτά τα «κατάλοιπα του παρελθόνος», τα οποία ο Στάλιν θα εξάλειφε με ανελέητο τρόπο. Εξάλλου και οι διάφοροι «πραγματικοί μαρξισμοί» του Τρίτου Κόσμου δεν υπήρξαν λιγότερο σκληροί απέναντι στις προκαπιταλιστικές κοινοτικές δομές. Ο «σοσιαλιστικός» εκσυγχρονισμός εξάλειψε πλήρως το παρελθόν με ακόμη μεγαλύτερη βιαιότητα και αγριότητα από ό,τι ο καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός, καθιστώντας, με αυτόν τον τρόπο, ευκολότερο το έργο της υπερφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που διαδέχθηκε την αποτυχία αυτών των σοσιαλιστικών πειραμάτων. Η εξαιρετική ποικιλία των προτεινόμενων οδών και των διαφορετικών φωνών του πρώιμου σοσιαλισμού (ο οποίος απορρίφθηκε γρήγορα ως «ρομαντικός» ή «ουτοπικός»), περιορίστηκε, τελικά, μέσα στα πλαίσια της μοναδικής σκέψης του ιστορικού, διαλεκτικού και επιστημονικού υλισμού. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα η αποδοχή της ποικιλομορφίας μετατράπηκε σε απλή προσωρινή παραχώρηση τακτικού τύπου, μέσα στα πλαίσια μιας γενικής έλλειψης ανεκτικότητας. Το πρόταγμα της απο-ανάπτυξης είναι ακριβώς αυτή η προσπάθεια να κάνουμε να ακουστούν και να έρθουν στην επιφάνεια, ξανά, άλλες φωνές και νέοι δρόμοι.
Σε ό,τι με αφορά, θεωρώ πια προφανές ότι η απο-ανάπτυξη είναι το μόνο πολιτικό πρόταγμα που είναι ικανό να ξαναδώσει νόημα στην Αριστερά. Ωστόσο το μήνυμα της προσκρούει σε μια πολύ ισχυρή και επανερχόμενη αντίσταση.
Το προφανές

Η απο-ανάπτυξη συνιστά ένα αριστερό πολιτικό πρόταγμα, διότι βασίζεται σε μια ριζική κριτική του φιλελευθερισμού. Έτσι ξαναβρίσκει το νήμα του αυθεντικού σοσιαλισμού, καθώς καταγγέλλει τη βιομηχανοποίηση και αμφισβητεί τον καπιταλισμό, ακολουθώντας με τον πιο πιστό τρόπο το αληθινό πνεύμα του μαρξισμού.
1) Η απο-ανάπτυξη συνιστά μια ριζική κριτική του φιλελευθερισμού. Με αυτόν τον όρο εννοούμε το σύνολο των αξιών που υποβαστάζουν την κοινωνία της κατανάλωσης. Ειδικότερα μάλιστα δύο από τα οχτώ «Κ» της συγκεκριμένης ουτοπίας που συνιστά το πολιτικό πρόταγμα της απο-ανάπτυξης (επαναξιολόγηση, επανεννοιολογικοποίηση, αναδόμηση, επανεντοπισμός, αναδιανομή, μείωση, επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωση) -η επαναξιολόγηση και η αναδιανομή-, πραγματώνουν με συγκεκριμένο τρόπο αυτή την κριτική. Επαναξιολόγηση σημαίνει αναθεώρηση των αξιών στις οποίες πιστεύουμε και πάνω στις οποίες οργανώνουμε τη ζωή μας και, ταυτόχρονα, αλλαγή εκείνων των αξιών που οδηγούν στην καταστροφή. Ο αλτρουισμός οφείλει να επικρατήσει επί του εγωισμού, η συνεργασία επί του αχαλίνωτου ανταγωνισμού, η σημασία της κοινωνικής ζωής επί της δίχως όρια κατανάλωσης, το τοπικό επί του πλανητικού, η αυτονομία επί της ετερονομίας, το λογικό επί του εργαλειακά ορθολογικού, οι ανθρώπινες σχέσεις επί των υλικών αγαθών κ.λπ. Χρειάζεται κυρίως να αμφισβητήσουμε το προμηθεϊκό πνεύμα της νεοτερικότητας, όπως αυτό εκφράστηκε από τον Ντεκάρτ (ο άνθρωπος ως κύριος και αφέντης της φύσης) ή τον Φράνσις Μπέικον (να δαμάσουμε τη φύση). Πρόκειται, πολύ απλά, για μια αλλαγή κοινωνικού παραδείγματος. Η αναδιανομή, από την άλλη πλευρά, σημαίνει τον καταμερισμό του πλούτου και της πρόσβασης στους φυσικούς πόρους ανάμεσα στο Βορρά και στο Νότο όπως επίσης και στο εσωτερικό κάθε κοινωνίας. Η αναδιανομή του πλούτου αποτελεί τη λογική λύση του κοινωνικού προβλήματος. Ταυτόχρονα υποστηρίζουμε την κατάργηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής -ο οποίος βασίζεται στην ανισότητα της πρόσβασης στα μέσα παραγωγής, γεννώντας διαρκώς μεγαλύτερες ανισότητες-, ακριβώς επειδή η ισότιμη διανομή των αγαθών αποτελεί την κεντρική ηθική αξία της Αριστεράς.
2) Η απο-ανάπτυξη αναβιώνει το αρχικό πνεύμα του σοσιαλισμού, το οποίο ακολούθησαν ανεξάρτητοι στοχαστές όπως ο Ελιζέ Ρεκλί ή ο Πολ Λαφάργκ. Μέσω των εμπνευστών της, όπως ο Ζακ Ελίλ και ο Ιβάν Ίλιτς, η απο-ανάπτυξη ξαναπιάνει το νήμα της σκληρής κριτικής των προδρόμων του σοσιαλισμού ενάντια στην εκβιομηχάνιση. Μια καινούργια ανάγνωση αυτών των στοχαστών, όπως για παράδειγμα του Γουίλιαμ Μόρις -ή ακόμα και μια ορισμένη επανεκτίμηση του λουδισμού-, θα μας επέτρεπαν να ξαναδώσουμε νόημα στην πολιτική οικολογία, όπως αυτή αναπτύχθηκε από τον Αντρέ Γκορζ ή τον Μπερνάρ Σαρμπονό.
3) Ως ριζική κριτική της κοινωνίας της κατανάλωσης και της ανάπτυξης, η απο-ανάπτυξη συνιστά, εκ των πραγμάτων, μια κριτική του ίδιου του καπιταλισμού. Και αυτό όχι απλώς επειδή καταγγέλλει τις οικολογικές και κοινωνικές αντιφάσεις και τα όρια της καπιταλιστικής κοινωνίας, αλλά επειδή, πριν από οτιδήποτε άλλο, αμφισβητεί το «πνεύμα» του καπιταλισμού, με την έννοια που έδινε ο Μαξ Βέμπερ στον όρο, όταν θεωρούσε το «πνεύμα του καπιταλισμού» ως απαραίτητο όρο για την ανάδυση και την εμφάνιση του καπιταλισμού. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, θα μπορούσαμε να δούμε την απο-ανάπτυξη ως ένα πρόταγμα ουσιωδώς μαρξιστικό, ως ένα πρόταγμα που ο μαρξισμός (ενδεχομένως όμως και ο ίδιος ο Μαρξ) ουσιαστικά πρόδωσε. Στην πραγματικότητα η ανάπτυξη δεν είναι παρά μια αγοραία ονομασία για αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε «απεριόριστη συσσώρευση του κεφαλαίου». Αυτή η απεριόριστη συσσώρευση αποτελεί την πηγή όλων των αδιεξόδων και των αδικιών του καπιταλισμού. Όλο ή σχεδόν όλο το ζήτημα βρίσκεται στην περίφημη φράση την οποία έχουν συχνά παραθέσει, σχολιάσει (και τελικά απαρνηθεί) οι θεματοφύλακες της ιερής παράδοσης: «Συσσωρεύετε, συσσωρεύετε! Αυτά λένε οι νόμοι και οι προφήτες!». Η ουσία του καπιταλισμού έγκειται στη συσσώρευση του κεφαλαίου, η οποία καθίσταται δυνατή μέσα από την απόσπαση της υπεραξίας από τους μισθωτούς. Η εξαγωγή ενός ικανοποιητικού ποσοστού κέρδους αποτελεί μια προϋπόθεση της συσσώρευσης η οποία δεν έχει άλλο σκοπό από την επιδίωξη ενός ακόμα μεγαλύτερου κέρδους. Όπως ήδη το υπογράμμιζε ο Μαρξ, αυτή η λογική επιβάλλεται εκ των πραγμάτων στους ατομικούς καπιταλιστές, με αποτέλεσμα αυτοί που δεν υποτάσσονται να καταστρέφονται από τον ανταγωνισμό των κεφαλαίων. Το να πούμε, εν τέλει, ότι η ανάπτυξη ή η συσσώρευση του κεφαλαίου αποτελούν την ουσία και τον απώτερο σκοπό του καπιταλισμού είναι εξίσου σωστό με το να πούμε ότι ο καπιταλισμός θεμελιώνεται στην αναζήτηση του κέρδους. Μέσα και σκοποί είναι, εν προκειμένω, αντιμεταθέσιμα: το κέρδος συνιστά το σκοπό της συσσώρευσης του κεφαλαίου κατά τον ίδιο τρόπο που η συσσώρευση του κεφαλαίου αποτελεί σκοπό του κέρδους. Το να μιλάμε, κατά συνέπεια, για μια καλή ανάπτυξη ή για μια καλή συσσώρευση του κεφαλαίου, για μια καλή οικονομική μεγέθυνση -όπως, για παράδειγμα, μια μυθική «ανάπτυξη [που θα ήταν] στην υπηρεσία μιας καλύτερης κάλυψης των κοινωνικών αναγκών»- είναι σα να λέμε ότι υπάρχει ένας καλός καπιταλισμός (για παράδειγμα «πράσινος» ή «βιώσιμος») όπως και μια καλή εκμετάλλευση. Αν θέλουμε, ωστόσο, να βγούμε από την κρίση, η οποία είναι αναγκαστικά όχι μόνο οικολογική αλλά και κοινωνική, πρέπει να βγούμε από αυτή τη λογική της δίχως όρια συσσώρευσης του κεφαλαίου και της υποταγής του μεγαλύτερου μέρους των αποφάσεων στη λογική του κέρδους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Αριστερά, αν δε θέλει να απαρνηθεί τον ίδιο της τον εαυτό, οφείλει να προσχωρήσει ανεπιφύλακτα στις θέσεις της απο-ανάπτυξης.

Η αντίσταση
Ωστόσο παρατηρείται συχνά μια ομφαλοσκόπηση γύρω από τον όρο «απο-ανάπτυξη», η οποία χρησιμοποιείται προκειμένου να αναθεματιστεί το πρόταγμα που αυτή η έννοια περιγράφει. Πίσω από την εν λόγω ομφαλοσκόπηση κρύβεται συχνά μια αντίσταση της Αριστεράς, με την ψυχαναλυτική έννοια του όρου, απέναντι στο πρόταγμα της απο-ανάπτυξης. Δεν πρόκειται φυσικά για κάποιο πολλά υποσχόμενο σύνθημα, καθώς αυτό που υπονοεί είναι ασαφές (λες, βέβαια, και αυτό δε συμβαίνει με αμφίσημες λέξεις όπως «πρόοδος», «οικονομική μεγέθυνση», «ανάπτυξη», ή -ακόμα περισσότερο- «βιώσιμη ανάπτυξη»!). Επιπλέον είναι μια λέξη αρνητική, πράγμα που είναι ασυγχώρητο μέσα στα πλαίσια μιας κοινωνίας όπου πρέπει, πάση θυσία, να «θετικοποιούμε» (λες και όσοι υποστηρίζουν την αλλαγή της κοινωνίας θα έπρεπε να υποτάσσονται στη δικτατορία της διεστραμμένης ιδεολογίας της!). Εν ολίγοις η απο-ανάπτυξη δεν είναι σέξυ. Όλα αυτά όντως ισχύουν. Τείνω μάλιστα να προσθέσω ότι πρόκειται για τον πιο άστοχο όρο που θα μπορούσαμε να βρούμε για να αποδόσουμε το πρόταγμα της οικολογικής δημοκρατίας και μιας κοινωνίας της ολιγαρκούς αφθονίας. Παρ” όλα αυτά, ως σλόγκαν, ο όρος «απο-ανάπτυξη» είναι ένα μάλλον πετυχημένο ρητορικό εύρημα, καθώς η σημασία του δεν είναι απόλυτα αρνητική, ειδικά στα γαλλικά. Για παράδειγμα η πτώση της στάθμης των υδάτων ενός καταστροφικού ποταμού, που έχει υπερχειλίσει, είναι κάτι θετικό. Δεδομένου, υπό αυτή την έννοια, ότι το ποτάμι της οικονομίας έχει ξεφύγει από την κοίτη του, θα ήταν αναμφίβολα επιθυμητό να το επαναφέρουμε σε αυτήν.
Στην πραγματικότητα, ο λόγος για τον οποίο οι οικολογικοί κύκλοι ή η ριζοσπαστική Αριστερά διακρίνονται για την αλλεργία τους απέναντι στην απο-ανάπτυξη είναι η μη κατανόηση του νοήματος της φράσης «έξοδος από την οικονομία» αλλά και η βαθιά τους άρνηση να εγκαταλείψουν τον παραγωγισμό. Η προοπτική μιας επίθεσης στον οικονομισμό, η προπαγάνδιση μιας κοινωνίας της εγκράτειας η ακόμα και το να αντιλαμβανόμαστε την κρίση ως μια ευκαιρία φαντάζουν ως προκλήσεις που θα «απέλπιζαν τη Μπιγιανκούρ», παρ” όλο που αυτή δεν υπάρχει πια… Οι δύο δυνατές μορφές απάντησης στην κρίση αποτελούν ένα πολύ καλό δείγμα γραφής: είτε ξαναβάζουμε σε κίνηση αυτή τη μηχανή που καταστρέφει τον πλανήτη είτε, στην αντίθετη περίπτωση, επινοούμε μια άλλη κοινωνία. Το πρόταγμα των «οπαδών» της απο-ανάπτυξης ή των «αντιρρησιών ανάπτυξης» είναι ένα ριζοσπαστικό πρόταγμα. Δεν πρόκειται απλώς για την αντικατάσταση της κακής οικονομίας, της κακής ανάπτυξης και του κακού εμπορίου με τα καλά τους αντίστοιχα -μέσω της μετατροπής τους σε «πράσινα», «κοινωνικά», «ισότιμα»- και με την προσθήκη μιας, μικρής ή μεγαλύτερης, δόσης κρατικής ρύθμισης ή υβριδοποίησης τους μέσω της λογικής του δώρου και της αλληλεγγύης. Πρόκειται, αντίθετα, για την έξοδο από την οικονομία. Αυτή η διατύπωση είναι γενικά δυσνόητη, καθώς είναι δύσκολο για τους σύγχρονους μας να συνειδητοποιήσουν ότι η οικονομία έχει μετατραπεί σε θρησκεία. Όταν λέμε ότι -για να μιλήσουμε με ακριβή και αυστηρό τρόπο-, οφείλουμε να κάνουμε λόγο για α-ανάπτυξη, όπως μιλάμε για α-θεϊσμό, θίγουμε, ακριβώς, την ουσία του πράγματος: πρέπει να μετατραπούμε σε άθεους της ανάπτυξης και της οικονομίας. Φυσικά, όπως και κάθε άλλη κοινωνία, έτσι και μια κοινωνία της απο-ανάπτυξης θα πρέπει να οργανώσει με κάποιον τρόπο την υλική παραγωγή της ζωής της. Όπως και όλα τα υπόλοιπα ζωντανά ήδη, ο άνθρωπος πρέπει να μεταβολίζεται με τη φύση. Ωστόσο, καθ” όσον γνωρίζω, δεν υπάρχει πολιτική οικονομία των αμοιβάδων ή των πεύκων. Αν θέλουμε να οικοδομήσουμε ένα βιώσιμο μέλλον, πρέπει να χρησιμοποιούμε με λογικό τρόπο τους πόρους του περιβάλλοντος μας και να τους καταναλώνουμε μέσω υλικών αγαθών και υπηρεσιών, κατά τρόπο όμως ανάλογο με αυτό των κοινωνιών της αφθονίας της λίθινης εποχής (τις οποίες έχει περιγράψει ο Μάρσαλ Σάλινς, οι οποίες δεν εισήλθαν ποτέ στο οικονομικό.
Μια κοινωνία της απο-ανάπτυξης δε μπορεί να υπάρξει πραγματικά όσο διατηρούνται τα ασφυκτικά πλαίσια της σπανής, των αναγκών, του οικονομικού υπολογισμού και του homo economicus. Όλες αυτές οι φαντασιακές βάσεις της θέσμισης της οικονομίας πρέπει να αμφισβητηθούν. Η επανευρεθείσα ολιγάρκεια επιτρέπει την ανοικοδόμηση μιας κοινωνίας της αφθονίας πάνω στη βάση αυτού που ο Ιβάν Ίλιτς αποκαλούσε (στο βιβλίο του Η δημιουργική ανεργία) «εκσυγχρονισμένη διαβίωση»: «ο τρόπος ζωής μέσα σε μια μεταβιομηχανική οικονομία, στα πλαίσια της οποίας οι άνθρωποι έχουν καταφέρει να μειώσουν την εξάρτηση τους από την αγορά. Και το έχουν πετύχει αυτό. προστατεύοντας -με πολιτικά μέσα- μια υποδομή στην οποία οι τεχνικές και τα εργαλεία στοχεύουν, κατά πρώτο λόγο, στη δημιουργία αξιών χρήσης μη ποσοτικοποιημένων αλλά και μη ποσοτικοποιήσιμων από τους επαγγελματίες κατασκευαστές αναγκών».