HOME » ΕΠΙΚΑΙΡΑ » ΚΕΙΜΕΝΑ » Paul Virilio – H Πληροφορική Βόμβα

Paul Virilio – H Πληροφορική Βόμβα

Κοινωνικοποίηση ή στρατικοποίηση της επιστήμης;

Εαν αλήθεια είναι αυτό που μπορεί να επαληθευθεί, η αλήθεια της σύγχρονης επιστήμης δεν έγκειται τόσο στην πρόοδο που έχει επιτευχθεί όσο στην κλίμακα των τεχνικών καταστροφών που έχει επιφέρει.

Η επιστήμη, έχοντας για μισό περίπου αιώνα συρθεί στον εξοπλιστικό ανταγωνισμό της εποχής της στρατηγικής αποτροπής Δύσης-Ανατολής, αναπτύσσεται πλέον με αποκλειστικό της σκοπό τις οριακές-επιδόσεις, εις βάρος σαφώς κάθε προσπάθειας ανακάλυψης μιας συνεκτικής αλήθειας χρήσιμης για όλη την ανθρωπότητα.

Η σύγχρονη επιστήμη έχοντας προοδευτικά εξελιχθεί σε τεχνοεπιστήμη – προϊόν της θανάσιμης σύγχυσης μεταξύ του λειτουργικού εργαλείου και της ερευνητικής μελέτης – έχει απολέσει τις φιλοσοφικές συναρμογές της και χάσει τον δρόμο της, χωρίς κανείς να ενοχληθεί από αυτο, εκτός από ελάχιστους οικολόγους και θρησκευτικούς ηγέτες[1].

Πράγματι, εάν η «εμπειρία της σκέψης» έγκειται όντως στην καταγωγή των πειραματικών επιστημών, δεν μπορούμε σήμερα παρά να παρατηρούμε την παρακμή της αναλογικής διανοητικής διαδικασίας, προς όφελος των ψηφιακών διαδικασιών, οι οποίες είναι ικανές, όπως μας λένε, να διευρύνουν την γνώση.

Λειτουργική πραγματικότητα του τεχνικού εργαλείου, επιτελεστική αλήθεια της επιστημονικής σκέψης – δυο θεμελιακά διακριτές πτυχές της γνώσης, οι οποίες τώρα συγχωνεύονται χωρίς κανείς προφανώς να ανησυχεί για την κατάσταση αυτή.

Η επιστήμη, η οποία δεν είναι πλέον τόσο προσκολλημένη στην «αλήθεια» όσο ήταν κάποτε, αλλά περισσότερο στην άμεση «αποτελεσματικότητα», ρέπει τώρα στην παρακμή της, στην πτώση της από την κοινωνική αξιοπιστία . . . . Ως φαινόμενο πανικού – ένα δεδομένο συγκεκαλυμμένο από την επιτυχία των συσκευών και των εργαλείων της – η σύγχρονη επιστήμη χάνει τον εαυτό της στην υπερβολή ακριβώς της φημολογούμενης προόδου της. Με τον ίδιο τρόπο που μια επιθετική στρατηγική μπορεί να εξαντληθεί στην κλίμακα των τακτικών κατακτήσεων της, έτσι και η τεχνο-επιστήμη απομυζά τις επιστημονικές πηγές κάθε γνώσης.

Όμοια με κάποιο Ολυμπιακό άθλημα στο οποίο τα φάρμακα επιδόσεων, τα αναβολικά στεροειδή και τα συναφή, καταστρέφουν το νόημα της προσπάθειας του αθλητή μέσω της κατάχρησης της φαρμακευτικής, η ακραία επιστήμη μετακινείται από την υπομονετική έρευνα στην πραγματικότητα προκειμένου να αποτελέσει κομμάτι της γενικευμένης εικονικοποίησης (virtualization).

Έχοντας παρασυρθεί, παρά την καλύτερη της φύση, στον πλανητικό αγώνα θανάτου της «ισορροπίας του τρόμου», η «μετά-μοντέρνα» επιστήμη εμπλέκεται τώρα σε έναν νέο τύπο ανταγωνισμού εξίσου παραφρονημένου: τον αγώνα επίτευξης οριακών επιδόσεων στα πεδία της ρομποτικής ή της γενετικής μηχανικής, τα οποία με την σειρά τους έλκουν τις διάφορες επιστημονικές θεωρήσεις στο μονοπάτι του «μετά-επιστημονικού εξτρεμισμού», εξορίζοντας τις έτσι οριστικά από κάθε λογική.

Η επιστήμη, κάποτε ήταν ένα σχολαστικό πεδίο που άκμαζε στην διανοητική περιπέτεια, έχει σήμερα εγκλωβιστεί στον τεχνοκρατικό τυχοδιωκτισμό που την αλλοτριώνει. «Επιστήμη της υπερβολής», των άκρων, – επιστήμη των ορίων ή το όριο της επιστήμης;

Όπως όλοι γνωρίζουν, ο,τι είναι περιττό είναι ασήμαντο. «Η επιστήμη χωρίς συνείδηση δεν είναι παρά η απλή συντριβή της συναίσθησης» (Rabelais), και η τεχνο-επιστήμη χωρίς την συνείδηση του επερχόμενου τέλους της είναι, άθελα της παρ’ όλα αυτά, ένα άθλημα μόνο.

«Ακραία αθλήματα» – εκείνα στα οποία κάποιος ρισκάρει σκόπιμα την ίδια του την ζωή με πρόσχημα την επίτευξη κάποιας απόδοσης ρεκόρ.

«Ακραία επιστήμη» – η επιστήμη που διαχειρίζεται το ανυπολόγιστο ρίσκο του αφανισμού κάθε επιστήμης. Ως το τραγικό επιφαινόμενο μιας γνώσης που έχει άξαφνα μετατραπεί σε κυβερνητική, η τεχνο-επιστήμη αναδεικνύεται, λοιπόν, ως μαζική τεχνο-κουλτούρα, όχι σε εκείνον τον παράγοντα, που όπως στο παρελθόν, επιτάχυνε την ιστορία, αλλά στον ιλιγγιώδη στρόβιλο που επιταχύνει την πραγματικότητα – και αυτο εις βάρος κάθε αληθοφάνειας.

Λίγους μόνο αιώνες μετά την ανάδειξή της, χάρη στον Κοπέρνικο και τον Γαλιλαίο, σε επιστήμη της φανέρωσης κάποιας σχετικής αλήθειας, η τεχνο-επιστήμη γίνεται για μια ακόμη φορά επιστήμη της εξαφάνισης της ίδιας ακριβώς αλήθειας με τον ερχομό μιας γνώσης που δεν είναι πια τόσο εγκυκλοπαιδική όσο κυβερνητική, της γνώσης που αρνείται κάθε αντικειμενική πραγματικότητα.

Έτσι, αφού έχουν συμβάλλει τα μέγιστα στην επιτάχυνση των διάφορων μέσων αναπαράστασης του κόσμου, με την οπτική, την ηλεκτρο-οπτική και ακόμα την πρόσφατη οριοθέτηση του διαστήματος της εικονικής πραγματικότητας, οι σύγχρονες επιστήμες εμπλέκονται, a contrario, με την έκλειψη του πραγματικού, με την αισθητική της επιστημονικής εξαφάνισης.

Μια επιστήμη της αληθοφάνειας, του πιθανού, προσκολλημένη ακόμη στην ανακάλυψη κάποιας σχετικής αλήθειας; Ή μια επιστήμη της απιθανότητας, αφοσιωμένη σήμερα στην έρευνα και την ανάπτυξη της επιτεινόμενης εικονικής πραγματικότητας; Αυτή είναι η εναλλακτική που μας παρέχεται.

Ως ζήτημα αλήθειας ωστόσο, ο μοναδικός επιστημονικός ορίζοντας είναι η αυθεντικότητα, η πειραματική ζέση των ερευνητών. Δυστυχώς, γνωρίζουμε τις mediaκες κακεντρέχειες που περιβάλλουν κάποιες «ανακαλύψεις». Γνωρίζουμε και τον διαφημιστικό χαρακτήρα της πρόωρης ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων κάποιου συγκεκριμένου πειράματος, ενώ αυτο που συμβαίνει στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε περισσότερο από ασκήσεις ψυχολογικής χειραγώγησης της κοινής γνώμης από μια εξτρεμιστική επιστήμη. Την επιστήμη αυτή απασχολεί τώρα λιγότερο η αλήθεια απ’ όσο η εντύπωση που δημιουργεί η ανακοίνωση κάποιας νέας ανακάλυψης – αν και όχι, όπως ίσχυε παλιότερα, της γνήσιας ανακάλυψης που ωφελεί το κοινό καλό.

Για να παραδειγματοποιήσουμε τις απογοητευτικές αυτές διαπιστώσεις, θα μπορούσαμε χρήσιμα να ασκήσουμε κριτική στην επιμελώς συντηρημένη σύγχυση μεταξύ του αθλητή ήρωα και του επιστήμονα, μεταξύ του εξοπλισμένου περιπετειώδη που πιέζει τον εαυτό του βίαια ως τα φυσικά του όρια και του λευκοντυμένου περιπετειώδη που πιέζει τον εαυτό του ως τα ηθικά όρια, του περιπετειώδη εκείνου που βιώνει τον ενθουσιασμό του ρίσκου όχι μόνο του δικού του θανάτου, αλλά και του ανθρώπινου είδους.

Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, την περίπτωση του Bob Dent-Philip Nitschke. Την Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου του 1996, ο Bob Dent, ένας καρκινοπαθής στα εξήντα του, ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έκανε χρήση ενός Αυστραλιανού νόμου που είχε μόλις τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Ιουλίου του ίδιου έτους: του έτσι αποκαλούμενου νόμου «Τελική Πράξη»[2].

Συνδεδεμένος με έναν υπολογιστή που ρύθμιζε το σύστημα των ορών που τον συντηρούσαν στην ζωή, ο Dent είπε «ναι» για πρώτη φορά σε ένα μηχάνημα που αναπτύχθηκε από τον γιατρό του, τον Philip Nitschke.

Μέτα από μια περίοδο εννέα ημερών, όπως είχε προβλεφθεί από τον νόμο, έκανε κλικ στο «ναι» για δεύτερη φορά. Η επιλογή του στο σημείο αυτό ήταν η εξής: «Αν κάνεις κλικ στο «ναι», θα σου χορηγηθεί μια θανατηφόρα ένεση εντός τριάντα δευτερολέπτων και θα πεθάνεις».

Από τα ερμηνευόμενα στο σύνολο τους αυτά δεδομένα– εννέα μήνες για να γεννηθείς χωρίς καμιά εκ μέρους σου επιλογή στο ζήτημα· εννέα ήμερες για να πεθάνεις εκούσια, τριάντα δευτερόλεπτα για να αλλάξεις γνώμη – προκύπτει το ερώτημα των ορίων της επιστήμης, μιας επιστήμης που στην περίπτωση αυτή προσομοιώνει την θεραπευτική εξολόθρευση. είναι αυτή η επιστήμη της προγραμματισμένης αποβίωσης ή της υπολογιστικά υποβοηθούμενης αυτοκτονίας;

είναι πολλά αυτά που πρέπει να ειπωθούν για αυτόν τον «αποφασισμένο θάνατο», στον οποίο η συμμετοχή του γιατρού περιορίζεται στην ανάπτυξη ενός μηχανήματος μεταβίβασης ευθύνης, με τον σκοπό της ενεργούς ευθανασίας να παρελαύνει πίσω από την μάσκα μιας κυβερνητικής διαδικασίας που αποσκοπεί στην επιβολή του ξαφνικού θανάτου (sudden death).

Ένα κλινικό παράδειγμα της νέας εικονικότητας της πράξης, στην οποία η εξ αποστάσεως ηλεκτρονική πράξη αφανίζει την ενοχή του ασθενούς, συνάμα με την ευθύνη του επιστήμονα.

Ο Philip Nitschke, αθώος για το έγκλημα της ενεργούς ευθανασίας, και καθόλου περισσότερο υπαίτιος απ’ όσο ένας πωλητής όπλων ή μαχαιριών, έχει καταφέρει να εκμεταλλευτεί όχι απλά το διφορούμενο του κατάλληλα ονομασμένου νόμου «Τελική Πράξη», αλλά και τον νιχιλισμό της επερχόμενης κυβερνητικής εποχής.

Όμοια με τον Kasparov, τον παγκόσμιο πρωταθλητή στο σκάκι, όταν έπαιζε ενάντια σε έναν υπολογιστή ειδικό σχεδιασμένο ώστε να τον κερδίζει, ο Philip Nitschke έχει μόλις καινοτομήσει στην δημιουργία ενός νέου «θανάσιμου» ζεύγους.

Ας μην ξεχνάμε πάντως ότι όσα συνέβησαν μεταξύ του γιατρού και του «αρρώστου» του – εύρωστου αρκετά, ωστόσο, ώστε να θέλει να τερματίσει την ζωή του – είχαν ήδη διαδραματιστεί κατά την διάρκεια της ισορροπίας του προγραμματισμένου τρόμου, με το σύστημα της «Αμοιβαία Διασφαλισμένης Καταστροφής/Mutually Assured Destruction» (MAD) μεταξύ της Ανατολής και της Δύσης, και την ανάπτυξη – εμποδισμένη από την εσωτερική ανάφλεξη της Σοβιετικής Ένωσης – μιας γνήσιας «μηχανής καταστροφής» ικανής να αποφασίσει την παθητική ευθανασία της ανθρωπότητας με την αυτόματη πυροδότηση της πυρηνικής αποκάλυψης.

Ολότητα ή όλοι οι καλοί χωράνε;

Δύσκολα μπορούμε σήμερα να αποφύγουμε το ερώτημα που αφορά την σημασία της ατέρμονα επαναλαμβανόμενης λέξης παγκοσμιοποίηση. Πρόκειται για έναν όρο που προτίθεται να υποκαταστήσει την, υπερβολικά σχετιζόμενη με τον κομμουνισμό, λέξη διεθνισμός ή, όπως συχνά υποστηρίζεται, πρόκειται για μια αναφορά στον μοναδικής-αγοράς καπιταλισμό;

Και οι δυο απαντήσεις απέχουν πολύ από την αλήθεια. Μέτα το πριν από λίγα χρόνια πρόωρα διακηρυγμένο από τον Francis Fukuyama «τέλος της ιστορίας»[3], αυτο που φανερώνεται εδώ είναι οι απαρχές του «τέλους του χώρου» ενός μικρού πλανήτη που διατηρείται αιωρούμενος στον ηλεκτρονικό αιθέρα των σύγχρονων μας μέσων τηλεπικοινωνίας.

Ας μην ξεχνάμε ότι «η αρτιότητα είναι πληρότητα» (Αριστοτέλης), και το άψογο επίτευγμα μια καθοριστική περάτωση.

Ο καιρός του πεπερασμένου κόσμου πλησιάζει στο τέλος του και, εκτός κι αν είμαστε αστρονόμοι ή γεωφυσικοί, δεν θα καταλάβουμε τίποτα από την ραγδαία «παγκοσμιοποίηση της ιστορίας» εάν δεν στραφούμε πίσω στην φυσική και στην πραγματικότητα της στιγμής.

Ο ισχυρισμός, όπως διατυπώνεται συχνά σήμερα, ότι η παγκοσμιότητα (globalism) παραδειγματοποιεί την νίκη της ελεύθερης επιχειρηματικότητας επί του ολοκληρωτικού κολεκτιβισμού δηλώνει πως δεν έχει κατανοηθεί τίποτα από την τρέχουσα απώλεια των χρονικών διάκενων, της ακατάπαυστης ανάδρασης, του τηλεσκοπισμού των βιομηχανικών ή και μετά-βιομηχανικών δραστηριοτήτων.

Πως μπορούμε να κατανοήσουμε την αλλαγή που έχει επιφέρει η υπολογιστική ψηφιοποίηση εάν παραμείνουμε δέσμιοι της ιδεολογικής προσέγγισης, όταν η επείγουσα ανάγκη κυριολεκτικά απαιτεί μια νέα γεωστρατηγική προσέγγιση ώστε να ανακαλυφθεί η κλίμακα του φαινομένου που μας έχει επιβληθεί; Και είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε αυτο ώστε να επιστρέψουμε στην Γη, όχι με την έννοια της παλιάς γης που μας συντηρεί και θρέφει, αλλά σε εκείνο το μοναδικό ουράνιο σώμα που καταλαμβάνουμε. Να επιστρέψουμε στον κόσμο, στις διαστάσεις του και στην επερχόμενη απώλεια των διαστάσεων αυτών από την επιτάχυνση όχι της ιστορίας πια (η οποία, μετά την απώλεια του τοπικού χρόνου, έχει χάσει τα συμπαγή θεμέλια της), αλλά της ίδιας της πραγματικότητας, με την πρόσφατα επινοημένη σημασία του παγκόσμιου χρόνου, ενός χρόνου ο ταυτοχρονισμός του οποίου ακυρώνει την πραγματικότητα των αποστάσεων – την πραγματικότητα εκείνων των γεωγραφικών διάκενων που μόλις μέχρι χθες ακόμη οργάνωναν τις πολιτικές των εθνών και των συμμάχων τους, το νόημα που επιδείχθηκε κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου στην εποχή της πολιτικής των μπλοκ (Ανατολικό/Δυτικό).

«Φυσική» και «μεταφυσική» είναι δυο όροι επίκαιροι στην φιλοσοφία και κατανοητοί στο εσωτερικό της σπουδής αυτής από τον Αριστοτέλη και μετά, αλλά τι σημαίνουν η γεωφυσική και η μεταγεωφυσική; Η αβεβαιότητα σχετικά με την σημασία του δεύτερου όρου υφίσταται ακόμη, ενώ η αντικειμενική πραγματικότητα φανερώνει με σαφήνεια πλέον ότι οι ήπειροι έχουν χάσει τα γεωγραφικά τους θεμέλια και έχουν συμπληρωθεί από τις τηλε-ηπείρους ενός παγκόσμιου επικοινωνιακού συστήματος το οποίο έχει εξελιχθεί σε ημι-ταυτόχρονο.

Μέτα την ακραία πολιτική σημασία που ανέλαβε η γεωφυσική του πλανήτη διαδεχόμενη την ιστορία των κοινωνιών που διαχωρίζονταν όχι τόσο από τα εθνικά τους σύνορα όσο από τις επικοινωνιακές αποστάσεις και τα χρονικά διάκενα, έχουμε τα τελευταία χρόνια δει την υπερπολιτική σημασία αυτού του είδους της μετά-γεωφυσικής που η κυβερνητική αλληλεπιδραστικότητα/interactivity του σύγχρονου μας κόσμου εκπροσωπεί στα τέλη του εικοστού αιώνα.

Λόγω του ότι κάθε παρουσία είναι παρουσία μόνο σε κάποια απόσταση, η τηλε-παρουσία της εποχής των παγκοσμιοποιημένων συναλλαγών θα μπορούσε να εδραιωθεί μόνο κατά μήκος του ευρύτερου δυνατού κενού. Πρόκειται για ένα κενό που απλώνεται τώρα ως την άλλη άκρη του κόσμου, από την μια άκρη ως την άλλη της υπάρχουσας πραγματικότητας. Αλλά αυτή είναι η μετά-γεωφυσική πραγματικότητα που ρυθμίζει με αυστηρότητα τις τηλε-ηπείρους μιας εικονικής πραγματικότητας που μονοπωλεί το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας των εθνών και, αντίστροφα, καταστρέφει τις κουλτούρες που έχουν ριζωθεί με κάθε ακρίβεια στον χώρο της φυσικής του πλανήτη.

Αν και δεν βλέπουμε κάποιο «τέλος της ιστορίας», διαπιστώνουμε το τέλος της γεωγραφίας. Και ενώ, μέχρι την επανάσταση στις μεταφορές του δέκατου ένατου αιώνα, οι παλιές χρονικές αποστάσεις παρήγαγαν ένα ευοίωνο διάκενο μεταξύ των διάφορων κοινωνιών, στην εποχή της τρέχουσας επικοινωνιακής επανάστασης, η ασταμάτητη ανάδρασή των ανθρώπινων δραστηριοτήτων παράγει την αόρατη απειλή ενός ατυχήματος που παραμονεύει την γενικευμένη αυτή αλληλεπιδραστικότητα – ένα ατύχημα για το οποίο η κατάρρευση του χρηματιστηρίου δεν θα είναι παρά ένα σύμπτωμα μόνο.

Το επιχείρημα αυτο μπορεί να παραδειγματοποιηθεί με ένα εξαιρετικό σημαντικό ανέκδοτο: τα τελευταία χρόνια, ή, ακριβέστερα, μετά τις αρχές της δεκαετίας του 1990, το Πεντάγωνο υιοθέτησε την άποψη ότι η γεωστρατηγική στρέφει τον πλανήτη από τα μέσα προς τα έξω όμοια με γάντι.

Για τους Αμερικάνους στρατιωτικούς ηγέτες, το παγκόσμιο αποτελεί το εσωτερικό ενός πεπερασμένου κόσμου, η πεπερατότητα ακριβώς του οποίου θέτει πολυάριθμα λογιστικά προβλήματα. Και το τοπικό αποτελεί το εξωτερικό, την περιφέρεια, εάν όχι πράγματι και τα «εξώτερα προάστεια» του κόσμου.

Για το Αμερικάνικο στρατιωτικό επιτελείο, λοιπόν, τα κουκούτσια δεν βρίσκονται πλέον μέσα στα μήλα, ούτε και τα μερίσματα στο μέσο του πορτοκαλιού: η φλούδα έχει αντιστραφεί από τα μέσα προς τα έξω. Tο εξωτερικό δεν είναι απλά ο φλοιός, η επιφάνεια της Γης, αλλά όλα αυτά βρίσκονται in situ, δηλαδή ακριβέστατα εντοπισμένα, οπουδήποτε κι αν μπορεί να είναι. Εδώ έγκειται η σπουδαία παγκοσμιοποιητική μεταμόρφωση, η μεταμόρφωση που εξωστρέφει την τοπικότητα – κάθε τοπικότητα – και η οποία δεν απελαύνει μόνο άτομα, ή ολόκληρους πληθυσμούς, όπως στο παρελθόν, αλλά απελαύνει και τον χώρο της διαβίωσης τους, τον τόπο όπου συντηρούνται οικονομικά. Μια παγκόσμια από-τοπικοποίηση, η οποία επιδρά στην φύση ακριβώς όχι απλά της «εθνικής», αλλά και της «κοινωνικής ταυτότητας», θέτοντας εν αμφιβόλω όχι τόσο το έθνος-κράτος, αλλά την πόλη, την γεωπολιτική μήτρα των εθνών.

«Για πρώτη φορά», διακήρυξε ο πρόεδρος Clinton, «δεν υφίσταται πλέον διαφορά μεταξύ της εσωτερικής και της εξωτερικής πολιτικής». Καμιά διάκριση πια μεταξύ του εξωτερικού και του εσωτερικού –με εξαίρεση ομολογουμένως την τυπολογική αντιστροφή που μεθοδεύτηκε πρωτύτερα από το Πεντάγωνο και το Υπουργείο Εξωτερικών.

Για την ακρίβεια, η ιστορική αυτή φράση του Αμερικανού πρόεδρου εγκαινιάζει την μετά-πολιτική διάσταση μιας εξουσίας που έχει πλέον καταστεί παγκόσμια και μας επιτρέπει να πιστέψουμε ότι η εσωτερική πολιτική θα αντιμετωπίζεται όπως η εξωτερική πολιτική στο παρελθόν.

Η πραγματική πόλη, η οποία βρίσκεται σε ένα ακριβές γεωγραφικό σημείο και απέδωσε το όνομα της στην πολιτική των εθνών, αφήνει την θέση της στην εικονική πόλη, στην από-εδαφοποιημενη μετά-πόλη η οποία θα αναδειχθεί κατά συνέπεια σε τόπο εκείνης της μητροπολιτικής, ο ολοκληρωτικός, ή μάλλον παγκοσμιοποιητικός, χαρακτήρας της οποίας θα καταστεί οφθαλμοφανής σε όλους.

Είχαμε αναμφίβολα ξεχάσει ότι παράλληλα με τον πλούτο και την συσσώρευση του, υπάρχει η ταχύτητα και η χαλιναγώγηση της, χωρίς την οποία ο συγκεντρωτισμός των εξουσιών που έχουν διαδεχθεί η μια την άλλη καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας απλά δεν θα είχε πραγματοποιηθεί: η φεουδαρχική και μοναρχική εξουσία, ή η εξουσία του εθνικού κράτους, για το οποίο η επιτάχυνση των μεταφορών και των μεταδόσεων κατέστησε την διακυβέρνηση των διασκορπισμένων πληθυσμών ευκολότερη.

Σήμερα, με την νέα πολιτική της εμπορικής παγκοσμιοποίησης, η πόλη επανέρχεται σε πρώτο πλάνο ξανά. Ως μια από τις βασικότερες ιστορικές μορφές της ανθρωπότητας, η μητρόπολη παρέχει ένα κέντρο για την ζωτικότητα των εθνών του πλανήτη.

Αλλά αυτή η τοπική πόλη δεν είναι πλέον παρά μια περιφέρεια μόνο, ένα προάστιο μεταξύ άλλων στην αόρατη παγκόσμια μετά-πόλη «το κέντρο της οποίας βρίσκεται παντού ενώ η περιφέρεια της πουθενά» (Pascal).

Ένα εικονικό περίκεντρο λοιπόν, για το οποίο οι πραγματικές πόλεις δεν αποτελούν παρά μόνο την περιφέρεια του. Ενώ, με την ερημοποίηση του επαρχιακού χώρου, το φαινόμενο αυτο επιτείνει περαιτέρω την παρακμή των μεσαίου μεγέθους πόλεων, ανίσχυρες καθώς είναι να αντισταθούν στην έλξη των μητροπόλεων, οι οποίες διαθέτουν όλες τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές, μαζί με τους υψηλής ταχύτητας αεροπορικούς και σιδηροδρομικούς κόμβους. Το μητροπολιτικό φαινόμενο της καταστροφικής ανθρώπινης υπερ-συγκέντρωσης προτίθεται σταδιακά να περιορίσει την επείγουσα ανάγκη για μια γνήσια γεωπολιτική των πληθυσμών που μέχρι πρόσφατα εκτεινόταν αρμονικά στο σύνολο των εδαφών τους.

Για την παραδειγματοποίηση των πρόσφατων συνεπειών στις δημοτικές τηλεπικοινωνίες, ένα τελευταίο ανέκδοτο: μετά τον ραγδαίο πολλαπλασιασμό των κινητών τηλεφώνων, η αστυνομία του Λος Άντζελες βρέθηκε αντιμέτωπη με μια νέου είδους δυσκολία. Ενώ, στο παρελθόν, το εμπόριο ναρκωτικών στις διάφορες μορφές του ήταν με ακρίβεια τοποθετημένο σε έναν αριθμό γειτονιών που ήταν εύκολο να εποπτευθούν από τις ομάδες δίωξης ναρκωτικών, οι ομάδες αυτές έχουν τώρα ηττηθεί απόλυτα από τις τυχαίες και ουσιαστικά από-τοπικοποιημένες συναντήσεις μεταξύ εμπόρων και χρηστών που έχουν όλοι κινητά τηλέφωνα, και μπορούν έτσι να συναντηθούν οπουδήποτε αποφασίσουν – κυριολεκτικά, οπουδήποτε.

Ένα και μοναδικό τεχνικό φαινόμενο που διευκολύνει την μητροπολιτική συγκέντρωση αλλά και την διασπορά των σημαντικότερων ρίσκων – αυτο πρέπει να διατηρείται κατά νου εάν, στο μέλλον (σε κάθε περίπτωση, πολύ σύντομα), αναπτυχθεί κάποιος κυβερνητικός έλεγχος κατάλληλος και για τα οικιακά δίκτυα … κατά συνέπεια η αδυσώπητη επέλαση του Internet, του πρόσφατα κοινωνικοποιημένου στρατιωτικού δικτύου.

Όσο περισσότερο τα χρονικά διάκενα καταργούνται, τόσο η εικόνα του χώρου διευρύνεται: «Ίσως σκεφτόσουν ότι παντού στον πλανήτη έχει συμβεί κάποια έκρηξη. Η μικρότερη χαραμάδα και η πιο απόμακρη γωνίτσα έρπονται μακριά από την σκιά από ένα εκτυφλωτικό φως» έγραφε ο Ernst Junger για εκείνη την φωταψία που φωταγωγεί την πραγματικότητα του κόσμου.

Ο ερχομός της live, «άμεσης σύνδεσης», συνέπεια της μετατροπής του ορίου-ταχύτητας των ραδιοκυμάτων σε επίδραση, μεταμορφώνει την παλιά «τηλε-όραση» σε μαζικής κλίμακας πλανητική οπτική (planetary grand-scale optics).

Με το CNN και τις διάφορες απομιμήσεις του, η οικιακή τηλεόραση έχει παραμερίσει για την τηλε-επιτήρηση.

Η άξαφνη αυτή εστίαση – ένα φαινόμενο προσανατολισμένο στην ασφάλεια (security) της mediaκης επόπτευσης της ζωής των εθνών – προαγγέλλει την αυγή μιας ειδικής μορφής ημέρας, η οποία τελείως διαφεύγει της ημέρα-νύκτα εναλλαγής που δομούσε μέχρι πρόσφατα την ιστορία.

Με την κίβδηλη ημέρα, προϊόν της φωταψίας των τηλεπικοινωνιών, ένας τεχνητός ήλιος αναδύεται, ένα σύστημα φωτεινών συναγερμών που ωθεί σε μια νέα χρονικότητα: τον παγκόσμιο χρόνο, στον οποίο το ταυτόχρονο των πράξεων θα αναλάβει σύντομα προτεραιότητα επί του επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα τους.

Με την οπτική (οπτικοακουστική) συνέχεια να υποκαθιστά σταδιακά την εδαφική συνοχή των εθνών, η οποία έχει πλέον παρακμάσει σε σημασία, οι πολιτικές εσχατιές μετατοπίστηκαν από τον πραγματικό χώρο της γεωπολιτικής στον «πραγματικό χρόνο» της χρονοπολιτικής της μετάδοσης εικόνων και ήχων. Δυο συμπληρωματικές πτυχές της παγκοσμιοποίησης που πρέπει έτσι, λοιπόν, να ληφθούν υπόψη σήμερα: από την μια πλευρά, η ακραία συρρίκνωση των αποστάσεων όπως προκύπτει από την χρονική συμπίεση των μεταφορών και των μεταδόσεων· από την άλλη, η τρέχουσα γενική εξάπλωση της τηλε-επιτήρησης. Ένα νέο όραμα για τον κόσμο ως ένα διαρκές «τηλε-παρόν» είκοσι τέσσερις ώρες την ημέρα, επτά ήμερες την εβδομάδα, χάρη στην τεχνικότητα αυτής της «οπτικής υπερ-ορίζοντα» που θέτει όσα ως τώρα βρίσκονταν στο σκοτάδι σε κοινή θέα.

«Το πεπρωμένο κάθε εικόνας είναι η μεγέθυνση» διακήρυττε ο Gaston Bachelard. είναι μια επιστήμη, η τεχνο-επιστήμη, που έχει αναλάβει την ευθύνη για την τύχη αυτή των εικόνων. Στο παρελθόν, έκανε το ίδιο με το τηλεσκόπιο και το μικροσκόπιο. Στο μέλλον, θα κάνει το ίδιο με την οικιακή τηλε-επιτήρηση που θα υπερβεί τις αυστηρά στρατιωτικές μελέτες του φαινομένου αυτού.

Η εξάντληση της πολιτικής σπουδαιότητας της επέκτασης, προϊόν και αυτή της ακαθόριστης ρύπανσης που προκαλεί η μεγέθου-ζωής φύση της επιτάχυνσης της γήινης σφαίρας, απαιτεί την επινόηση μιας υποκατάστατης οπτικής μαζικής κλίμακας (substitute grand-scale optics).

Αυτή είναι η ενεργή (κυματοειδής) οπτική, που αντικαθιστά με σχολαστικό τρόπο την απαθή (γεωμετρική) οπτική της εποχής του μεγεθυντικού φακού του Γαλιλαίου. Και το κατορθώνει αυτο σαν χάρη στην απώλεια της γραμμής του ορίζοντα της γεωμετρικής προοπτικής να επιβάλλεται κατηγορηματικά η οριοθέτηση ενός υποκατάστατου ορίζοντα: ο «τεχνητός ορίζοντας» μιας οθόνης ή ενός τερματικού, ικανός να επιδεικνύει αιώνια την νέα κυριαρχία της mediaκης προοπτικής επί της άμεσης προοπτικής του χώρου.

Με την υποκατάσταση του «τηλε-παροντικού» γεγονότος να λαμβάνει προτεραιότητα επί των τριών διαστάσεων του όγκου των αντικειμένων ή των εδώ παρόντων τόπων…

Αυτο μας βοηθά να κατανοήσουμε τον ξαφνικό πολλαπλασιασμό εκείνων των «μεγαλειωδών φώτων»[4] που δεν είναι τίποτε περισσότερο από μετεωρολογικούς ή στρατιωτικούς δορυφόρους επιτήρησης. Η επαναλαμβανόμενη αποστολή σε τροχιά επικοινωνιακών δορυφόρων, η εξάπλωση της μητροπολιτικής τηλε-επιτήρησης (video-surveillance) ή, εναλλακτικά, η πρόσφατη ανάπτυξη της ανοικτής κάμερας (live-cam) στο Internet.

Όλα αυτά συμβάλλουν, όπως έχουμε δει, στην αντιστροφή των συνηθισμένων αντιλήψεων για το μέσα και το έξω.

Τελικά, η γενικευμένη αυτή οπτικοποίηση (visualization) είναι η καθοριστική πτυχή αυτού που είναι γενικά γνωστό σήμερα ως εικονικοποίηση (virtualization).

Η πολυθρύλητη «εικονική πραγματικότητα» δεν είναι τόσο μια περιήγηση μέσα στον κυβερνοχώρο των δικτύων. είναι, αρχικά και πρώτιστα, η άμβλυνση της οπτικής πυκνότητας των φαινομένων του πραγματικού κόσμου.

Μια άμβλυνση που επιχειρεί να αναπληρώσει για την σύμπτυξη των αποστάσεων πάνω στην Γη, μια σύμπτυξη που προκλήθηκε από την χρονική συμπίεση των ταυτοχρονισμένων τηλεπικοινωνιών. Σε έναν κόσμο όπου η υποχρεωτική τηλε-παρουσία καταδύεται στην άμεση παρουσία των ατόμων (στην εργασία, την ειδικότητα, τις δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου, κτλ.), η τηλεόραση δεν μπορεί πλέον να είναι αυτο που υπήρξε για μισό αιώνα: ένας τόπος ψυχαγωγίας ή διάδοσης της κουλτούρας· πρέπει, αρχικά και βασικά, να φέρει στη ζωή τον παγκόσμιο χρόνο των συναλλαγών, στην εικονική αυτή όραση που συμπληρώνει την όραση του πραγματικού κόσμου γύρω μας.

Η Μαζικής Κλίμακας Οπτική ΥπερΟρίζοντα (Grand-Scale Transhorizon Optics) είναι, κατά συνέπεια, ο τόπος κάθε (στρατηγικής, οικονομικής, πολιτικής …) εικονικοποίησης. Χωρίς αυτήν, η ανάπτυξη της παγκοσμιοποίησης (globalitarianism), που προετοιμάζει την αναζωογόνηση των ολοκληρωτισμών του παρελθόντος, θα ήταν αναποτελεσματική.

Για να συμπληρωθεί η επερχόμενη παγκοσμιοποίηση με υποκατάσταση, με οπτική πυκνότητα, είναι απαραίτητη όχι μόνο η σύνδεση με τους κυβερνητικούς κόσμους, αλλά, σημαντικότερα, και η διάσπαση του κόσμου στα δυο.

Όπως με την στερεοσκοπία και την στερεοφωνία, που διακρίνουν το αριστερό από το δεξιό, τα μπάσα από τα πρίμα, ώστε να είναι ευκολότερη η αντίληψη της οπτικοακουστικής υποκατάστασης, είναι ουσιώδες σήμερα όπως επιφερθεί μια διάσπαση στην πρωταρχική πραγματικότητα με την ανάπτυξη μιας στερεο-πραγματικότητας, που αποτελείται από την μια πλευρά από την υλική πραγματικότητα των άμεσων φαινομένων και, από την άλλη, από την εικονική πραγματικότητα των mediaκων υπερ-φαινομένων.

Ωστόσο μόνο όταν η νέα αυτή «αίσθηση πραγματικότητας» γίνει γενικά αποδεκτή ως κοινός τόπος θα μπορούμε να μιλάμε πραγματικά για παγκοσμιοποίηση.

Η επίτευξη επιτέλους της «φωταγώγησης» ενός ήδη υπερ-προβεβλημένου κόσμου, ενός κόσμου χωρίς νεκρές γωνιές, χωρίς «περιοχές σκιάς» (όμοια με το μικρο-βίντεο (micro-video) που αντικαθιστά τόσο τα φώτα της όπισθεν όσο και τους «πίσω» καθρέπτες) – αυτός είναι ο αντικειμενικός σκοπός των τεχνολογιών της συνθετικής όρασης.

Από τότε που μια εικόνα έχει την αξία χιλίων λέξεων, ο σκοπός των πολυμέσων (multimedia) είναι ένα μετατρέψουν την παλιά μας τηλεόραση σε ένα είδος οικιακού τηλεσκοπίου για την θέαση, την πρόβλεψη, (με έναν τρόπο καθόλου ανόμοιο της σύγχρονης μετεωρολογίας) του κόσμου που βρίσκεται μόλις λίγο πέρα από την γωνιά του σπιτιού.

Σκοπός είναι να γίνει η οθόνη του υπολογιστή το οριστικό παράθυρο, αλλά ένα παράθυρο που δεν θα σου επιτρέπει τόσο να λαμβάνεις δεδομένα όσο να παρατηρείς τον ορίζοντα της παγκοσμιοποίησης, τον χώρο της επιταχυνόμενης εικονικοποίησης της . . .

Ας εξετάσουμε τώρα ένα παράδειγμα η σημασία του οποίου είναι ευρέως ημι- αναγνωρισμένη: αυτο της ανοικτής κάμερας, εκείνης της συσκευής αναπαραγωγής εικόνων που έχουν τοποθετηθεί παντού και είναι προσβάσιμες μόνο μέσω του Internet.

Αν και φαινομενικά άσκοπο και ασήμαντο, το φαινόμενο αυτο εξαπλώνεται παρ’ όλα αυτά σε όλα τα μέρη ενός αυξανόμενου αριθμού χωρών: από τον κόλπο του Σαν Φρανσίσκο έως το Τείχος των Δακρύων της Ιερουσαλήμ, μέσω των γραφείων και των διαμερισμάτων μερικών επιδειξιμανών, η κάμερα διευκολύνει την σε πραγματικό χρόνο ανακάλυψη όσων συμβαίνουν στην άλλη άκρη του πλανήτη την ίδια ακριβώς στιγμή.

Εδώ το computer δεν είναι απλά μια συσκευή επίσκεψης σε πηγές πληροφοριών, αλλά μια αυτόματη μηχανή όρασης, που λειτουργεί εντός του χώρου μιας εντελώς κανονικοποιημένης γεωγραφικής πραγματικότητας.

Κάποιοι ενθουσιώδεις του Internet είναι έως και ευτυχείς να ζουν τις ζωές τους «στην οθόνη» (on screen). Έγκλειστοι στα ερμητικά δίκτυα του Web, παρέχουν τις ιδιωτικές τους ζωές στην παρατήρηση από οποιονδήποτε.

Η κολλεκτιβίστικη ενδοσκόπηση των ανθρώπων αυτών, που παραδειγματοποιούν μια παγκόσμια ηδονοβλεψία, προβλέπεται να επεκταθεί με την ταχύτητα του ενιαίου για την διαφημιστική αγορά κόσμου, ο οποίος δεν απέχει και παρά πολύ πια.

Η διαφήμιση, η οποία στον δέκατο ένατο αιώνα δεν ήταν παρά η έντυπη δημοσίευση κάποιου προϊόντος, προτού αναδειχθεί στον εικοστό σε βιομηχανία διέγερσης της επιθυμίας, προβλέπεται στον εικοστό πρώτο να εξελιχθεί αποκλειστικά και μόνο σε επικοινωνία. Για να συμβεί αυτο θα απαιτηθεί η εξάπλωση ενός διαφημιστικού χώρου που θα απλώνεται ως τον ορίζοντα της ορατότητας του πλανήτη.

Η παγκόσμια διαφήμιση, μακράν από το να ικανοποιείται από την κλασική αφίσα ή τις διαφημιστικές διακοπές μεταξύ των τηλεοπτικών ή ραδιοφωνικών προγραμμάτων, απαιτεί τώρα την επιβολή του «περιβάλλοντός» της, σε μια μάζα τηλεθεατών που έχουν εντωμεταξύ μετατραπεί σε τηλε-ηθοποιούς και τηλε-καταναλωτές.

Για να επιστρέψουμε ωστόσο στο Internet, ένας αριθμός πόλεων λησμονημένων από τους τουρίστες καυχιέται τώρα για τα πλεονεκτήματα των περιοχών τους εκεί. Τα ορεινά ξενοδοχεία επιδεικνύουν την υπέροχη θέα τους στην οθόνη, ενώ οι φίλοι της land art προετοιμάζουν τον εφοδιασμό των έργων τους με πολλαπλές Web κάμερες. Μπορείτε επίσης να ταξιδέψετε έμμεσα: μπορείτε να περιπλανηθείτε στην Αμερική, να επισκεφθείτε το Hong Kong, ακόμα και να παρατηρήσετε ένα σταθμό στην Ανταρκτική βυθισμένο στο πολικό του σκοτάδι . . .

Παρά την χαμηλή οπτική ποιότητα ωστόσο, η «ζωντανή μετάδοση» (live transmission) έχει αναδειχθεί σε διαφημιστικό εργαλείο που κατευθύνει το βλέμμα όλων μας σε κάποιες προνομιακές οπτικές γωνιές.

Το συμβάν δεν είναι πια κάτι που συμβαίνει· είναι απλά κάτι που έχει συμβεί. Η ηλεκτρονική οπτική αναδεικνύεται σε «μηχανή αναζήτησης» μιας τώρα παγκοσμιοποιημένης προ-γνώσης.

Εαν, στο παρελθόν, με το τηλεσκόπιο, η παρατήρηση ήταν απλά ένα ζήτημα εντοπισμού κάποιας απρόσμενης απειλής στον ορίζοντα, τώρα είναι περισσότερο ένα ζήτημα θέασης όσων συμβαίνουν στην άλλη άκρη του κόσμου, στην κρυμμένη πλευρά του πλανήτη. Έτσι, χωρίς την βοήθεια του «τεχνητού ορίζοντα» των πολύ-μέσων, δεν υφίσταται πιθανότερος τρόπος διαπραγμάτευσης του ηλεκτρονικού αιθέρα της παγκοσμιοποίησης.

Η Γη, το φανταστικό αυτο ακρωτηριασμένο άκρο (phantom limb), δεν εκτείνεται πια μέχρι εκεί που το μάτι μπορεί να φτάσει· παρουσιάζει όλες τις πτυχές του εαυτού της προς επιθεώρηση σε ένα παράξενο μικρο παράθυρο. Ενώ ο ραγδαίος πολλαπλασιασμός των οπτικών θέσεων προαγγέλλει απλά την έσχατη παγκοσμιοποίηση: την παγκοσμιοποίηση του βλέμματος, του ενός ματιού του Κύκλωπα που κυβερνά την σπηλιά, εκείνο το «μαύρο κουτί» που αυξανόμενα χωρίς να πείθει συγκαλύπτει την μεγαλειώδη στιγμή της κορύφωσης της ιστορίας, μιας ιστορίας που έχει πέσει θύμα του συνδρόμου του απόλυτου επιτεύγματος.

 

[1] Ο πάπας Ιωάννης Παύλος ΙΙ άσκησε κριτική στην αυξανόμενη στρατικοποιηση της επιστήμης και της κουλτούρας του θανάτου που αυτή εμπνέει από τις αρχές του 1980 ήδη.
[2] Ο Νόμος για τα Δικαιώματα των σε Τελικό Στάδιο Ασθενών της Βόρειας Αυστραλίας παρέμεινε σε ισχύ ως τις 27 Mαρτιου του 1997, όταν και ακυρώθηκε από την Αυστραλιανή ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
[3] Francis Fukuyama, «The End of History and the Last Man», Λονδίνο, 1992.
[4] «Grands luminaires»: παραπομπή στην Γένεση 1:16: «Και ο Θεός έφτιαξε δυο μεγαλειώδη φώτα».

Πηγή