HOME » ΕΠΙΚΑΙΡΑ » ΚΕΙΜΕΝΑ » ΚΚΕ, ΟΙ ΑΛΑΝΘΑΝΣΤΟΙ ΤΗΣ “ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ” [ΜΕΡΟΣ 1]

ΚΚΕ, ΟΙ ΑΛΑΝΘΑΝΣΤΟΙ ΤΗΣ “ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ” [ΜΕΡΟΣ 1]

κκεΜε αφορμή το 37ο Φεστιβάλ της νεολαίας του ΚΚΕ που θα πραγματοποιηθεί σε λίγες μέρες και έχει ως κεντρικά συνθήματα «Ο δικός σου δρόμος για τις δικές σου ανάγκες – Με το ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό», θα επιχειρήσουμε σ’ αυτό το άρθρο (που αποτελείται από δύο μέρη [1][2]) μια αναλυτική παρουσίαση και κριτική του ρόλου που κατέχει το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος στην πολιτική σκηνή της χώρας, λαμβάνοντας υπόψη μας τις θέσεις του ΚΚΕ, τις δημοσιεύσεις του κομματικού εντύπου «Ριζοσπάστης», αλλά και όσα η ιστορία έχει καταγράψει. Θα αναφερθούμε σε πρόσφατες θέσεις του πολιτικού φορέα, στο ρόλο που έπαιξε σε διάφορές εξεγέρσεις, στην ιδεολογική του τοποθέτηση, στα ιστορικά του σφάλματα και τέλος, στην δική μας πρόταση, ως ατόμων που υπερασπίζονται την αυτονομία, προς το ΚΚΕ.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το ΚΚΕ είναι ένα κόμμα, το οποίο αν και κραυγάζει υπέρ του κομμουνισμού, αν και φαινομενικά εναντιώνεται στο πολιτικό σύστημα και την κοινοβουλευτική δημοκρατία της αντιπροσώπευσης, συμμετέχει σε αυτό και σε όλες τις λειτουργίες του.

Επιθυμεί πράγματι το ΚΚΕ την ανάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη; Εργάζεται προς την κατεύθυνση της σοσιαλιστικής επανάστασης; Ασπάζεται τον επαναστατικό μαρξισμό; Άσχετα αν εμείς, που οραματιζόμαστε μια κοινωνία αυτονομίας, συμφωνούμε ή όχι και γιατί, με τα κομμουνιστικά προτάγματα, το ΚΚΕ εκπροσωπεί πράγματι τους «κομμουνιστές», ή παίζει σε βάρος τους μια κακοσκηνοθετημένη παντομίμα; Μπορεί να φτάσει κανείς με το ΚΚΕ στο Σοσιαλισμό; Και αν ναι, σε ποιο Σοσιαλισμό; Πώς είναι ο Σοσιαλισμός που οραματίζεται το ΚΚΕ και πώς επεδίωξε και επιδιώκει να πραγματοποιήσει τους στόχους του; Και τί τελικά επιθυμούν όσοι το στηρίζουν;

Ακόμα κι αν κάποιος θελήσει να είναι παραπάνω από καλοπροαίρετος, αναπόφευκτα θα οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι το ΚΚΕ αποτελεί μέρος του προβλήματος και όχι λύση – παραδοχή που ισχύει είτε δεχτούμε ότι το κόμμα πραγματικά εναντιώνεται στο πολιτικό σύστημα και την κοινοβουλευτική δημοκρατία είτε δεχτούμε το αντίθετο.

Στο άρθρο αυτό, δεν είναι δυνατόν ν’ αναφερθούμε σε όλα τα ιστορικά σφάλματα του ΚΚΕ, δεν είναι δυνατόν ν’ αναλύσουμε όλες τις άστοχες κινήσεις του, ν’ αναφέρουμε όλες τις ασυνέπειές του τόσο από άποψη πολιτικής ανάλυσης, όσο και από άποψη πολιτικών στρατηγικών και στοχεύσεων. Ούτε μπορούμε ν’ απαριθμήσουμε όλες τις παλινωδίες του. Ενδεικτικά μόνο καταγράφουμε μερικές στιγμές του, οι οποίες γεννάνε πάρα πολλά ερωτήματα.

-Ιανουάριος 1934. 6η Ολομέλεια του ΚΚΕ. Αποφασίζεται ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί ο σκοπός της σοσιαλιστικής επανάστασης (η γραμμή του επαναστατικού μαρξισμού) και να υιοθετηθεί αυτός της «αστικοδημοκρατικής επανάστασης». Το κόμμα πρέπει να συμμαχήσει με τους «φτωχομεσαίους», πρέπει να περιμένει «να ωριμάσουν οι συνθήκες», δεν πρέπει να εναντιωθεί άμεσα στο πολιτικό καθεστώς… Πρόκειται για την πιο μηχανιστική και αφελή ερμηνεία της θεωρίας των σταδίων (αν ο Λένιν την ερμήνευε με τον ίδιο τρόπο, η οκτωβριανή επανάσταση δεν θα είχε γίνει ποτέ). Η παλινόρθωση της μοναρχίας το 1935 και η έλευση του Μεταξά το 1936, φαίνεται να είναι, σε κάποιο βαθμό, αποτέλεσμα και των επιλογών αυτών.

-Μάιος 1944. Διάσκεψη του Λιβάνου. Το ΕΑΜ (στο οποίο συμμετέχουν κομμουνιστές, σοσιαλιστές και δημοκρατικοί ριζοσπάστες αλλά ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από το ΚΚΕ), δέχεται όλους τους όρους των Άγγλων και του Γ.Παπανδρέου και συμμετέχει στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, παραδίδοντας ουσιαστικά την εξουσία στα αστικά κόμματα (στο συγκεκριμένο σημείο φαίνεται να δικαιώνεται, εν τοις πράγμασι, ο Ταμτάκος) , παρόλο που κυριαρχούσε σχεδόν σε όλη την ελληνική επικράτεια. Τον Σεπτέμβριο του 1944, ακολούθησε η Συμφωνία της Καζέρτας, με την οποία το ΕΑΜ δέχτηκε να θέσει τις δυνάμεις του υπό την διοίκηση του άγγλου στρατηγού Σκόμπι…

-Δεκέμβριος 1944. Μετά το μακελειό της 3ης και 4ης Δεκεμβρίου από Άγγλους και χίτες, κατά τις οποίες πυροβολήθηκε το πλήθος, το ΕΑΜ αντί να χρησιμοποιήσει τον ΕΛΑΣ που ήταν πανίσχυρος, πείθεται ότι ο Τσώρτσιλ, υπό το βάρος της διεθνούς κοινής γνώμης θα συμβιβαζόταν, μην απαιτώντας την διάλυση και τον αφοπλισμό του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και χτυπάει τους Άγγλους μόνο στην Αθήνα (ίσως περιμένοντας έγκριση από τον Στάλιν, ο οποίος όμως σφυρίζει αδιάφορα για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα).

-12 Φεβρουαρίου 1945. Συμφωνία της Βάρκιζας. Το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ, παραδίδονται άνευ όρων στους Άγγλους (ας σημειωθεί ότι από 4 έως 11 Φεβρουαρίου, γινόταν η διαπραγμάτευση της Συνθήκης της Γιάλτας, με την οποία συμφωνήθηκε η Ελλάδα να περάσει στη σφαίρα επιρροής των Άγγλων). Η μη συμμετοχή του ΚΚΕ στις εκλογές του Μαρτίου του 1946 και το δεύτερο αντάρτικο που ακολούθησε, ήταν καταδικασμένες επιλογές μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας (ουσιαστικά του Λιβάνου). Αποτέλεσμα των γεγονότων αυτών, ήταν η ήττα του κινήματος, η εξόντωση χιλιάδων αγωνιστών (μελών του ΚΚΕ ή άλλων τάσεων του ΕΑΜ), οι εξορίες ή η προσφυγιά για χιλιάδες άλλους (και η γέννηση της χαφιεδολογίας ακόμα και στις κοινότητες του εξωτερικού, π.χ. γεγονότα Τασκένδης), ο εκφασισμός μιας ολόκληρης κοινωνίας με την δημιουργία του παρακράτους, την καταπίεση, τις δηλώσεις νομιμοφροσύνης κλπ.

-Ιούλιος 1965 (αποστασία) – 21.4.1967 (πραξικόπημα συνταγματαρχών). Το ΚΚΕ αδυνατεί να κάνει μια ρεαλιστική πολιτική ανάλυση κατά την περίοδο αυτή. Μέχρι την 19.4.1967, η επίσημη θέση του ήταν ότι δεν υπάρχει πιθανότητα εκτροπής και πραξικοπήματος. Αποτέλεσμα αυτής του της στάσης, ήταν να πιαστεί στον ύπνο και το ίδιο και ολόκληρη η κοινωνία που, αν μη τι άλλο, θεωρούσε ότι για ένα τέτοιο θέμα ο «λόγος του μετράει».

-Φεβρουάριος 1968. Ενώ έχει εγκαθιδρυθεί η χούντα, το ΚΚΕ καταφέρνει να διασπαστεί, αποδυναμώνοντας ακόμα περισσότερο το κομμάτι της κοινωνίας που προσπαθούσε να οργανώσει μια αντιχουντική δράση. Η εμμονή στις σχέσεις εξάρτησης και υπακοής με την ΕΣΣΔ φάνηκε ισχυρότερη από την ανάγκη για αντίδραση στους χουντικούς εγκληματίες.

Θα έπρεπε ίσως να μιλήσουμε και για τους ατελείωτους καταλόγους αγωνιστών και διανοητών που πέρασαν από αυτό (και οι οποίοι, αν μη τι άλλο, προσέφεραν πάρα πολλά στο ίδιο το ΚΚΕ και ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς στις τάξεις του ή γενικά συνέβαλαν με την προσπάθειά τους στην ενδυνάμωση του εργατικού κινήματος) και αποκηρύχθηκαν, κατασυκοφαντήθηκαν, προδόθηκαν, διαγράφηκαν, απομονώθηκαν (π.χ. Πουλιόπουλος, Βελουχιώτης, Πλουμπίδης, Στίνας, Καστοριάδης, Ταμτάκος) ή τον πολιτικό απομονωτισμό του ο οποίος εκφράζεται π.χ. με τις «χωριστές πορείες» σε περιόδους κρίσης του καπιταλισμού, ή το γεγονός ότι το ΠΑΜΕ (συνδικαλιστικό όργανο του κόμματος) δεν υποστήριξε καμία κινητοποίηση ή απεργία που δεν προετοιμάστηκε ή καθοδηγήθηκε από το ίδιο (π.χ. οι 35 ημέρες απεργίας των δασκάλων το 2007, οι αντιδράσεις των φοιτητών τον ίδιο χρόνο), ή τα τελευταία γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον 902…

Αλλά θα περιοριστούμε στην στάση που κράτησε για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, το Νοέμβριο του 1973, στην εξέγερση του Δεκεμβρίου του 2008 και στην στάση που έχει απέναντι στις λαϊκές Συνελεύσεις των τελευταίων μηνών.

ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ

17 Νοέμβρη 1973, Πολυτεχνείο

Είναι πλέον γνωστό σε όλους μας το πώς ξεκίνησε η εξέγερση του Πολυτεχνείου (αν όχι μπορείτε να δείτε μία συνέντευξη εδώ), όπως επίσης, μάς είναι πλέον γνωστό πως η εξέγερση δεν ήταν κάτι προσχεδιασμένο από καμία πολιτική δύναμη. Κι όμως, το Φλεβάρη του 74′, στο 8ο φύλλο της Πανσπουδαστικής κυκλοφορεί πλαστή ανακοίνωση της συντονιστικής επιτροπής του Πολυτεχνείου, με την οποία καταγγέλλει προσχεδιασμένη εισβολή στο χώρο του Πολυτεχνείου την Τετάρτη, 14 του Νοέμβρη, από 350 περίπου οργανωμένους πράκτορες της ΚΥΠ. Δημοσιεύουμε παρακάτω ολόκληρο το εν λόγω κείμενο (κάντε κλικ πάνω στην εικόνα και zoom στη συνέχεια ώστε να είναι ευκολότερη η ανάγνωση)

φυλλο8πανσπουδαστικη

Polytexneio-258

Λίγους μήνες πριν εκδηλωθεί η εξέγερση του Πολυτεχνείου, οι νεοέλληνες πολιτικοί (που επί έξι χρόνια ενέκριναν σιωπηρά τη δικτατορία) διεξήγαγαν συνεννοήσεις «κάτω από το τραπέζι» με τους συνταγματάρχες, για επιστροφή στη «δημοκρατική ομαλότητα». Κάτι τέτοιο αποτελούσε επιθυμία και των δικτατόρων, προκειμένου να εξέλθουν της εξουσίας χωρίς ποινικές συνέπειες. Το σχήμα που είχαν προκρίνει οι δύο πλευρές ήταν μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», στην οποία θα συμμετείχαν όλα τα κόμματα, συμπεριλαμβανομένης κατά πάσα πιθανότητα τής αυτοαποκαλούμενης «επίσημης» κομμουνιστικής αριστεράς.

Η αυθόρμητη και παντελώς απρόβλεπτη εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973, χαλούσε τις ενδοεξουσιαστικές μηχανορραφίες, υπονόμευε το μεταπολιτευτικό μοίρασμα της εξουσιαστικής πίτας και εξέθετε ανεπανόρθωτα, τόσο τη δικτατορία, όσο και τους πολιτικάντηδες της κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας». Άλλωστε η εξέγερση δεν είχε σαν στόχο μια απλοϊκή επάνοδο στον κοινοβουλευτισμό και στους παραγκωνισμένους πολιτικάντηδές του, αλλά μια βαθύτερη ποιοτική αλλαγή της νεοελληνικής κοινωνίας.

Από τη δύσκολη θέση ανέλαβε να βγάλει τους νεοέλληνες πολιτικάντηδες η ΚΝΕ, αφού στο εικονιζόμενο ντοκουμέντο (φύλλο αρ.8, Νοέμβριος 1973, της φοιτητικής της εφημερίδας «Πανσπουδαστικής»), όπου αποκαλεί πράκτορες της Κ.Υ.Π. τους καταληψίες του Πολυτεχνείου και καλεί σε …απομόνωσή τους. Σαν απάντηση των εξεγερμένων σε αυτές τις σταλινικές ρυπαρότητες, προέκυψε και το γνωστό ειρωνικό αντικομμουνιστικό σύνθημα «Προβοκάτορα Λαέ».

Τελικά τόσο το ΚΚΕ, όσο και οι άλλες «δημοκρατικές δυνάμεις», όταν είδαν ότι η εξέγερση φούντωνε (κυρίως από τη δεύτερη ημέρα) επέτρεψαν σε μέλη τους να μπουν στο Πολυτεχνείο δίπλα στους κομματικά ανένταχτους, που αποτελούσαν και τον κορμό των εξεγερμένων. Τότε επινόησαν και τα περί δήθεν προβοκατόρικης αρχικής κατάληψης (στις 14/11/1973), την οποία δήθεν «εξυγίανε», η είσοδος της ΚΝΕ στο Πολυτεχνείο (μια μέρα αργότερα…). Ο στόχος τους ήταν φυσικά να μην χάσουν την ευκαιρία να εκμεταλλευθούν προς όφελός τους την κατάσταση. Αυτοί ήταν οι πραγματικοί προβοκάτορες, που αργότερα κάθισαν και στα κοινοβουλευτικά έδρανα.

Σημειωτέον πως το ΚΚΕ και η ΚΝΕ αν και έχουν κάνει σαφές ότι δεν θεωρούν έγκυρη αυτή την ανάλυση, ποτέ δεν αποκήρυξαν ανοιχτά το δελτίο αυτό της παράνομης «ΑντιΕΦΕΕ», απεναντίας το 2004, με αφορμή τη συμπλήρωση 31 χρόνων από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, η νεολαία του κόμματος έκανε και πάλι σημαία της αυτή την παραχάραξη των πραγματικών γεγονότων, αναρτώντας το σχετικό φύλλο στο ταμπλό της.

Δεκέμβρης 2008

Τον Δεκέμβρη του 2008, τις ημέρες που η νεανική ορμή ξεχυνόταν στους δρόμους, που αμφισβητήθηκε σε όλη τη χώρα η κάθε μορφής εξουσία και οι νέοι διεκδίκησαν ενωμένοι την δικαιοσύνη, το ΚΚΕ τήρησε την στάση ακροδεξιού κόμματος, απέναντι σε ότι αυτό δεν μπορεί να ελέγξει. Πιο συγκεκριμένα:

1. Aνέδειξε τη διάσταση των καταστροφών και των «κουκουλοφόρων» (με την έννοια που τους δίνουν τα ΜΜΕ..) ως το κεντρικό σημείο της εξέγερσης.

2. Έφτασε στο τραγικό σημείο να δηλώσει ότι … ακόμη και αν κατέβαιναν 50.000 κουκουλοφόροι, θα καταδίκαζε την εξέγερση. Όμως, στην περίπτωση αυτήν η επιρροή του ΚΚΕ θα ήταν ούτως ή άλλως μηδαμινή.

3. Αδιαφόρησε και στάθηκε εχθρικά στην έκφραση του δίκαιου θυμού της νεολαίας, αλλά και ιδιαίτερα της εργατικής νεολαίας.

4. Επέκρινε το κράτος για την κατασταλτική του ανικανότητα να τσακίσει τους «κουκουλοφόρους». Σε αυτό το σημείο τοποθετήθηκε δεξιότερα και από τον Παυλόπουλο και συνέκλινε με το ΛΑ.Ο.Σ. σχετικά με την νομιμότητα.

5. Απέδωσε τη βία όχι στις κοινωνικές επιπτώσεις της χρόνιας καταπίεσης – γεγονός απόλυτα συμβατό με την κοινωνική δυναμική και τις αρχές του Ιστορικού Υλισμού – αλλά, για ακόμα μία φορά, στην «υποκίνηση». Ταυτίστηκε έτσι με τις δεξιόστροφες θεωρίες συνωμοσίας.

6. Ενώ μιλά συνεχώς για επαναστατικές διαδικασίες στο μέλλον, αρνήθηκε να δει την κοινωνική διάσταση μιας εξέγερσης που ήταν παρούσα και είχε δυναμική.

Τώρα, σβήστε από το παρακάτω  κείμενο τις λέξεις «Λιάνα» και «ΚΚΕ», ξεχάστε την εφημερίδα που δημοσιεύθηκε το καταπληκτικό αυτό έργο τέχνης και κλείστε τα μάτια.. Βάλτε ένα φίλο σας να σας ξαναδιαβάσει το κείμενο και σκεφτείτε: σε τι είδους έντυπο, ποίου πολιτικού χώρου είναι το πιθανότερο ν’ ανήκει αυτό το διηγηματάκι καλών προθέσεων που είναι γεμάτο από σκληρό λυρισμό και μπατσικό ρεαλισμό;

“Το λάθος τηλεφώνημα ενός φονιά”, 28 Δεκέμβρη του 2008

εκπυρσοκρότησηΆκου με προσεχτικά φίλε, χωρίς να με διακόψεις. Ξέρω πως έχεις βοηθήσει πολλούς ανώνυμους ν’ ακουστεί η φωνή τους, γι’ αυτό σε παίρνω κι εγώ. Ελπίζω να φερθείς και σε μένα όπως στους άλλους.

Λοιπόν, ναι του την άναψα! Και δεν το μετανιώνω, να το ξέρεις, μόνο που άλλον νόμιζα ότι βαρούσα, αν και καλά να πάθει το κωλόπαιδο, το πλουσιόπαιδο που γύρευε να κάνει πλάκα σε μας, που μας έβριζε κωλόμπατσους και τα τέτοια…

Κι όλοι εσείς που ουρλιάζετε τώρα στα κανάλια και μυξοκλαίτε, δεν ξέρετε τίποτα ή ξέρετε και κάνετε τον παλαβό. Λένε λοιπόν κάποιοι από σας πως έπρεπε να πάω σε ψυχίατρο αφού ήμουνα λέει με σπασμένα νεύρα, ή να φύγω από την Αστυνομία και να μην κρατάω όπλο και άλλα τέτοια… Τόσα ξέρουν οι κοπρίτες, οι καναλάκηδες και όλοι οι βολεμένοι. Μόνο εκείνη η καριόλα η Λιάνα σα να μου φάνηκε πως το πλησίασε το θέμα, λέγοντας πως μ’ έχουνε καρφωμένο δέκα χρόνια στα Εξάρχεια! Έχει τις πληροφορίες της αυτή, όπως όλοι στο σινάφι σας, μόνο που τις χρησιμοποιείτε όπως και όταν σας βολεύει…

Νομίζω λοιπόν πως ακούω τους αραχτούς όλους στους καναπέδες να λένε, «δηλαδή δεν πρέπει όλοι να περνούν από ψυχίατρο;» και άλλες τέτοιες μαλακίες. Όπως ας πούμε, περνάνε από ψυχίατρο οι γιατροί, οι δικαστές και τόσοι άλλοι που σε σφάζουν ή σε ξεφτιλίζουν όταν σε πετυχαίνουν στο «γήπεδό» τους, τα νοσοκομεία και τα δικαστήρια δηλαδή. Δηλαδή, πόσοι σε υπεύθυνες θέσεις περνάνε από ψυχίατρο κανονικά και μετά από κάποια διαστήματα στην υπηρεσία; Δεν μπορεί να είσαι ή να φαίνεσαι καλά και ξαφνικά κάτι να στη βαρέσει; Να σε κερατώνει η γυναίκα σου ας πούμε ή κάτι άλλο σοβαρότερο ή να σε κάψει η καθημερινή υπηρεσία, ειδικά αν δε σου δίνουν άδεια, δεν πας διακοπές γιατί πότε το ένα πότε το άλλο, η υπηρεσία θεωρεί πως πρέπει να ανακαλέσει τις άδειες και όλα τα σχετικά; Για να μη σου θυμίσω πως οι τελευταίοι που μπορούν να εξετάσουν και να κρίνουν αν είσαι ψυχικά εντάξει είναι οι ψυχίατροι, έτσι δε λένε; Και να μη σου θυμίσω πόσοι πολιτικοί αποδείχτηκε πως ήταν βαρεμένοι και σε άλλη περίπτωση θα τους είχανε δεμένους, όχι αμολητούς να κυβερνάνε τον κοσμάκη, ούτε να σου θυμίσω πόσοι στρατιωτικοί που δίνουν διαταγές στα παιδάκια είναι για τα σίδερα, άσε που… αλλά τι να πρωτοπείς…

Λοιπόν, εγώ, είν’ αλήθεια πως υπηρετώ κοντά δέκα χρόνια εκεί, που λέει η έτσι. Το προσπάθησα τρεις φορές μετά τα τρία πρώτα χρόνια να την κάνω με μετάθεση, έπιασα διάφορους, παρακάλεσα αλλά τίποτα! Δεν είχα βλέπεις βύσμα, άσε που είχα και τη φωλιά μου λερωμένη από την αρχή. Ύστερα τα παράτησα και κάπου μάλλον βολεύτηκα, έμαθα τη «δουλειά», έμαθα να λουφάρω και κοίταξα να στήσω κι εγώ μια οικογένεια που μέχρι τότε είχα στερηθεί. Αλλά ησυχία δεν είχαμε ποτέ. Πότε ο ένας πότε ο άλλος είμαστε οι μόνιμοι στόχοι. Οι πολιτικοί και οι διάφοροι κομπιναδόροι κάνουν τις αρπαχτές τους κι εμείς γινόμαστε σάκοι του μποξ – «γι’ αυτό πληρώνεστε ρεμάλια!» φωνάζει συχνά ο διοικητής, ενώ οι υψηλά ιστάμενοι είναι πιο ευγενείς αλλά και πιο σκληροί. «Κυρίους» μας προσφωνούν αλλά στάζουνε φαρμάκι και μας στέλνουν στο στόμα του λύκου.

Ξέρεις πόσες φορές πήγαν να με κάψουν σαν λαμπάδα αυτά τα κωλόπαιδα, οι φονιάδες οι κουκούλες; Ξέρεις με τι τέχνη φτιάχνουν και πετάνε τις μολότοφ; Πάνω στη μαρκίζα τις αμολάνε κάτω από κει που καθόμαστε να προστατευτούμε, κι έρχεται η φωτιά και σε λούζει… τρεις φορές με έχουνε κάψει και τη γλίτωσα με μέτρια εγκαύματα σε όλο το σώμα. Ξέρεις εσύ που με δείχνεις με το δάχτυλο, ξέρεις πόσες φορές γύρισα στο σπίτι με τα αίματα και το δέρμα μου καμένο και με ρωτούσαν τα παιδιά μου τι έπαθα και κρυβόμουνα για να μη με δουν καμένο και κλαίγανε;

Ενα κομμάτι ψωμί έβγαζα κι εγώ, το παιδί της παραδουλεύτρας από το χωριό, με τον πατέρα χαμένο στο πιοτό, να γυρίζει στο σπίτι και να τσακίζει στα χαστούκια κι εμένα και τη μάνα μου γιατί δεν του άρεσε πότε το ένα πότε το άλλο…

Και πώς βρέθηκα στο Σώμα δε θα το αναλύσω, αν και ξέρω πως όλοι ξέρετε πάνω – κάτω με ποιο τρόπο μας χώνουν στο τσουβάλι, όπως τα φίδια που τα αμολάνε μετά – μας αμολάνε δηλαδή, γιατί να μην το ομολογήσω; – μας στέλνουνε καταπάνω στον κοσμάκη. Λεπτομέρειες δεν τολμάω να σου πως, πάντως εκείνο το βράδυ αφού με σύρανε με κλοτσιές και μπουνιές στην Ασφάλεια, με μούρη πρησμένη και αίματα να τρέχουν από τα χείλια και τη σπασμένη μύτη – όλα για μια μηχανή που είχα κλέψει από το πάρκινγκ, κάναμε απίθανες κόντρες τότε, τι άλλο να κάναμε, πεταμένοι απ’ όλους, μάνα, πατέρα, χωρίς φράγκο στην τσέπη, από το σχολείο τρεις αποβολές και στο τέλος έπρεπε ν’ αλλάξω σχολείο, και τι να το κάνω το σχολείο; – αφού λοιπόν με αφήσανε χωρίς φαΐ και νερό τρεις μέρες, μου είπαν: «ή δέκα χρόνια μέσα ή στην Αστυνομία και θα κάνεις ό,τι σου λέμε, γκέγκε μάγκα;». Διάλεξα τα σίγουρο ψωμί και να μας, δέκα χρόνια στη σφηκοφωλιά, στα Εξάρχεια με όλο εκείνο το αληταριό, που τους ήξερα και από τη μια και από την άλλη – και ανάμεσά τους κάμποσους παραστρατημένους. Μήπως ξέρεις φίλε τι ρόλο παίζουν πολλοί από αυτούς; Δικοί μας είναι, τι δικοί μας δηλαδή, της Ασφάλειας είναι και από κει παίρνουν οδηγίες, πότε θα την ανάψουν τη μια ή την άλλη φωτιά εδώ κι εκεί! Για πες μου εσύ που είσαι έξυπνος και σπουδαγμένος, γιατί δε χτυπάνε κανένα στόχο πλουτοκρατίας, κανέναν με γιοτ, με αυτοκίνητα ακριβά και τεράστιες περιουσίες; Γιατί χτυπάνε τον μεροκαματιάρη με το μαγαζάκι, τον περιπτερά και άλλους ανυπεράσπιστους; Δειλά πραχτοράκια της μαύρης συμφοράς είναι, πεμπτοφαλαγγίτες τους έλεγε ο μόνος σοβαρός και τίμιος άνθρωπος που γνώρισα στη ζωή μου, ένας δικηγόρος που έλεγε πως είναι με το ΚΚΕ, αλλά είναι έξω και απ’ αυτό γιατί θέλει λέει να είναι ανεξάρτητος.

Λοιπόν, τον φουκαρά το μικρό τον έφαγα.

Είχα φτάσει στο αμήν, και πώς φτάνει κανείς στο αμήν δε θα στο αναλύσω, πάντως είχα μπουχτίσει. Με βρίζανε τα κωλόπαιδα, με είχαν βρίσει τουλάχιστον άλλες πενήντα φορές την ίδια μέρα, βρίζανε τη μάνα μου – «γαμώ το μ… που σε πέταγε» μου είχε φωνάξει ένα καθίκι το ίδιο απόγευμα – και είχα φτάσει ως το λαιμό – σου είπα ότι η μάνα μου ήταν παραδουλεύτρα, τίποτε άλλο δε σου λέω. Κάτι αυτές οι βρισιές, κάτι οι σπόντες του αστυνόμου την προηγουμένη «δεν κάνετε για τη δουλειά για την οποία προσληφθήκατε, και πλησιάζει η λήξη ή ανανέωση της σύμβασής σας και πρέπει να αποδείξετε πως αξίζετε το ψωμί που τρώτε…» και άλλα τέτοια.

Ξέρεις πώς είναι να έχεις το σιδερικό στη θήκη και να σε βλαστημάνε και να σου πετάνε μπουκάλια που μπορεί να είναι και μολότοφ; Όχι φίλε, δεν ξέρεις, και να μην αξιωθείς να μάθεις, στο λέω εγώ, ο γιος της πλύστρας που θέλησα να ζήσω έξω στην κοινωνία και με στολή εξουσίας και όχι στη φυλακή.

Τον σημάδεψα και πρώτη φορά το χέρι μου δεν έτρεμε. Γιατί πρώτη φορά δεν είχα πιει πριν βγω περιπολία – στο λέω κι αυτό και να μείνει μεταξύ μας: αν κρατήθηκα τόσα χρόνια και δε σκότωσα, είναι που έπινα μισό μπουκάλι ουίσκι πριν βγούμε περίπολο και έτσι ό,τι κι αν άκουγα για τη μάνα μου και το αντριλίκι μου το πέρναγα ντούκου – έχω ακούσει πως άμα μεθύσεις βγαίνει ο πραγματικός εαυτός σου κι εγώ είμαι καλό παιδί στο βάθος και όλοι στην υπηρεσία το ξέρουν και μ’ αγαπάνε, αλλά και με εκμεταλλεύονται. Και δε θα σου πω τι καλοσύνες έχω κάνει εγώ στη ζωή μου, γιατί θα με περάσεις ή για παινεψιάρη ή για μαλάκα. Μέσα στο πιοτό κατάλαβα σιγά σιγά και τον πατέρα μου, που δεν ήταν κακός άνθρωπος έστω κι αν μεθώντας έβγαινε η κακή του πλευρά. Να σου πω κάτι; Αποτυχημένος σε όλα ήτανε, γι’ αυτό έπινε. Όπως κι εγώ δηλαδή: Τι πέτυχα στη ζωή μου; Τίποτα! Ένας μπάτσος έγινα κι αυτό από σπόντα, όπως σου είπα, και μάλιστα χωρίς καν μόνιμη σύμβαση. Και να ‘ρχονται αυτά τα κωλόπαιδα, που δεν έχουν δουλέψει στη ζωή τους, που δεν ξέρουν τι θα πει βάρδια και ξενύχτι, τι πάει να πει μεροκάματο και τι σφαλιάρα κάθε είδους από το αφεντικό και να σου ρίχνονται μετά από δώδεκα ώρες ορθοστασία στις γωνίες ή στις εισόδους τραπεζων, να ‘ρχονται και να σε βρίζουν και να σου πετάνε ό,τι βρουν στο δρόμο. Και να σου πω κάτι άλλο; Πόσοι από αυτά τα κωλόπαιδα είναι εργαζόμενοι των 700 ευρώ που λένε και ξαναλένε; Να σου πω εγώ; Κανένας! ‘Η κάτι πρεζόνια είναι ή κάτι τύποι από τα βόρια προάστια που βαριούνται στη σιγουριά του σπιτιού ή τα πραχτοράκια, οι πεμπτοφαλαγγίτες που λέγαμε πριν. Ποιος μεροκαματιάρης προλαβαίνει να βγει στους δρόμους, πόσοι από τους αναγκεμένους έχουν τέτοιες πολυτέλειες; Εντάξει, είμαι απόλυτος θα μου πεις, αλλά αυτό δεν αλλάζει την ουσία αυτού που λέω.

Λοιπόν, για να τελειώνω γιατί σε ζάλισα: το έκανα!

Πριν, σου έλεγα πως τον σημάδεψα και έτσι έγινε, όπως ήμουνα με το αίμα στο κεφάλι. Όμως, φίλε, πρέπει να σου πω πως δε θυμάμαι αν εκείνη τη στιγμή που πάτησα τη σκανδάλη, σημάδευα ακόμη τον πιτσιρικά ή το χέρι μου είχε κατέβει. Και μη νομίσεις πως πάω να πω ότι δεν το ‘κανα, αφού ξέρω ότι εσύ δε θα με δώσεις. Απλά, δε θυμάμαι γιατί το μυαλό μου έχει σκεπαστεί από μια θολούρα και έχω χάσει εκείνες τις στιγμές τελείως. Για να μη λέω πολλά: δεν ξέρω ποια δύναμη ή ποια κούραση μου κατέβασε το χέρι – αν το κατέβασε – πάντως ό,τι έγινε, έγινε χωρίς τη θέλησή μου.

Και να στο πω; Ενα βουνό έχει πέσει πάνω μου από την επόμενη στιγμή που έφυγε η σφαίρα και είδα το κορμάκι του πιτσιρικά να διπλώνεται στις πλάκες. Όταν σκέφτομαι πως θέρισα μια ψυχούλα που δεν είχε κάνει ούτε ένα βήμα ακόμα στη ζωή, άνετο ή ζόρικο βήμα – τι σημασία έχει;

Αλλά φίλε, είχε φτάσει ένας κόμπος και μ’ είχε πνίξει, αν δεν τράβαγα το πιστόλι εκείνη τη στιγμή θα είχα πεθάνει από ασφυξία. Όλο τον τελευταίο καιρό με είχε μαγκώσει ένα μούδιασμα – ξέρεις τι σημαίνει μούδιασμα; – ένα μούδιασμα που ξεκίνησε από τα πόδια και σκαρφάλωνε σιγά σιγά στο λαιμό. Δε θα το πιστέψεις φίλε, όμως με το που έφυγε η σφαίρα, μου φάνηκε πως πήρε μαζί της κι αυτόν τον βραχνά, έστω κι αν αυτό κράτησε όσο και η διαδρομή του βλήματος που άφησα να φύγει μέσα στο πάθιασμά μου. Ξέρω καλά πως θα με κυνηγάει πάντα αυτή η στιγμή αλλά πίσω δεν μπορώ να τη φέρω ούτε τη σφαίρα ούτε τη ζωούλα του πιτσιρικά. Όλοι εσείς που σήμερα φωνάζετε και χτυπιέστε τάχα, θα το προσπεράσετε γρήγορα, θα το ξεχάσετε μέχρι τις επόμενες δυο – τρεις μέρες, όπως ξεχάστηκαν τόσα και τόσα φριχτά εγκλήματα, δικά μας ή των άλλων, των επωνύμων που δεν τους αγγίζει ούτε νόμος ούτε συνείδηση. Έτσι κυλάει η ζωή, με όλες τις καθημερινές σκοτούρες, γιατί έτσι πρέπει, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι νεκροί με τους νεκρούς. Εγώ βέβαια εδώ σημαδεύτηκα και εδώ θα καρφωθώ, αλλά δε θ’ αφήσω να το καταλάβει κανείς και πιστεύω πως εσύ θα κρατήσεις το μυστικό που σου εμπιστεύτηκα.

Να το ξέρεις: ό,τι και να δείξει η βαλλιστική που θα γίνει, όπως πάντα, εγώ δε θα το παραδεχτώ δημόσια πως του την άναψα και μάλιστα εν βρασμώ, που λένε, ούτε πως τον σημάδεψα κατάστηθα. Έχω τρία παιδιά να μεγαλώσω κι εγώ. Ναι, σαν εκείνο που σκότωσα, θα μου πεις, το ξέρω και τα δικά μου έχουν μόνο εμένα και τη μάνα τους, δεν έχουν σπίτι ιδιόκτητο, δεν έχουν τρία αυτοκίνητα, δεν έχουνε νταντάδες και καθηγητές στο σπίτι. Δε θα έχουν καλά καλά να φάνε άμα εγώ μπω φυλακή.

Ούτε συγγνώμη με παίρνει να ζητήσω, γιατί θα είναι σα να ομολογώ. Άλλωστε, πόσοι απ’ όλους αυτούς που κακοποιούν κάθε μέρα τους ανθρώπους – και δεν είναι και λίγοι, κοίταξε στα ρετιρέ της παλιοκοινωνίας μας και θα καταλάβεις τι εννοώ – πόσοι απ’ αυτούς ζήτησαν συγνώμη; Όχι, δεν οφείλω κανένα συγγνώμη σε κανέναν, κανέναν από τούτη τη βρωμοκοινωνία που ζούμε, εκτός ναι, εκτός από κείνο το παιδάκι που έστειλα στον άλλο κόσμο, αλλά όπως σου είπα, θα είναι η καταδίκη μου, άλλωστε τι θα άλλαζε αν ζητούσα συγγνώμη; Θα έφερνα πίσω τον πιτσιρικά ή θα μου το αναγνώριζαν σαν ελαφρυντικό;

Εμένα η μόνη μου ελπίδα τώρα είναι οι εγγυήσεις που μας έχουν δώσει από τότε που μπήκαμε στο Σώμα, πως ό,τι κι αν κάνουμε θα το κουκουλώσουν, αρκεί να πειθαρχούμε στις διαταγές των ανωτέρων.

Και μου το ‘χουν υποσχεθεί πως κι εγώ θα πέσω στα μαλακά.

Τόσα χρόνια κάνω τον μαλάκα, μου το χρωστάνε.

Κυρίως φοβούνται, μην ανοίξω εγώ και άλλοι πολλοί το στόμα μας.

Γι’ αυτό θα μου το κλείσουν απαλά και κομψά. Κρατώντας, μέχρι να περάσει η μπόρα μου, το στόμα των παιδιών μου γεμάτο. Που με τη σειρά τους, μεγαλώνοντας, θα βαδίσουν στα χνάρια μου, τη λαμπρή «σταδιοδρομία» μου.

Γιατί άλλη επιλογή δεν έχουν.

Όπως κι εσύ και τόσοι άλλοι που νομίζουν πως ποτέ δε θα τους αγγίξει η κακιά η ώρα.

Όλοι στο ίδιο καζάνι κλωθογυρνάμε βλαστημώντας την τύχη μας που δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε.

Ριζοσπάστης 28 Δεκέμβρη 2008

Συγγραφή: Ian Delta, Efor

Για να διαβάσετε το δεύτερο μέρος πατήστε εδώ

πηγή