HOME » ΕΠΙΚΑΙΡΑ » ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ » To Airbnb και η αλλοίωση του κοινωνικού ιστού: Βενετία και ελληνικά παραδείγματα

To Airbnb και η αλλοίωση του κοινωνικού ιστού: Βενετία και ελληνικά παραδείγματα

Γράφουν οι Δημήτρης Σούλτης Νίκος Ιωάννου

1.Airbnb: Η γόνδολα που διεμβόλισε τη Βενετία

Βενετία, 2012: ο αριθμός των μόνιμων κατοίκων αγγίζει μό­λις τις 58.000, ισούται δηλαδή με τον ημερήσιο (!) αριθμό των επισκεπτών στην πόλη, αλλά και με τον αριθμό των κατοίκων της πόλης μετά τον λοιμό του 1438. Το 1951, οι μόνιμοι κάτοικοι ήταν περισσότεροι από 175.000, οι δημόσιες υπηρεσίες και οι κοινωνικές υποδομές ήταν περισσότερες και λειτουργικές και οι νεαροί Βενετσιάνοι δεν αναγκάζονταν να μετοικήσουν για σπουδές και εργασία. Από τους εναπομείναντες μόνιμους κατοίκους, 3 στους 4 είναι άνω των 60 χρόνων και αρνούνται να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, έχοντας ριζώσει σε αυτήν και αδυνατώντας να σκεφτούν το ενδεχόμενο της φυγής και της μετεγκατάστασης. Με βάση αυτά τα αριθμητικά δεδομένα, σε χρονικό ορίζοντα εικοσαετίας δεν θα έχει απομείνει πλέον κανένας γηγενής στο νησί. Οι ηλικιωμένοι γηγενείς κάτοικοι αναπολούν τις εποχές όπου οι τουρίστες παρέμεναν στην πό­λη τους τουλάχιστον μία εβδομάδα, με σκοπό να γνωρίσουν ουσιαστικά την πόλη, την κουλτούρα και την ιστορία της, σε αντίθεση με τους σημερινούς τουρίστες των 8 ωρών, που έρχονται με σκοπό να βιώσουν για λίγες ώρες την ανάμνηση της λαμπερής ζωής στη Βενετία, να διαγράψουν από τη λίστα τους τα top 10 αξιοθέατα και μέρη που έχουν διαλέξει να επισκεφτούν, πάντοτε υπό τη συνοδεία selfie sticks, πάντοτε επιδιδόμενοι σε ένα κυνήγι χρόνου-θησαυρού: εσύ πόσες φωτογραφίες έβγαλες σήμερα; Επισκέφτηκες περισσότερα μέρη και αξιοθέατα από μένα; Η πόλη γίνεται ανεκτή για τους κατοίκους της μόλις το σούρουπο, και μόνο μέχρι την επόμενη ανατολή. Απαλλαγμένοι από τις ορδές των βαρβάρων και τους αλαλαγμούς τους, οι Βε- νετσιάνοι απολαμβάνουν αυτό που οι επισκέπτες φοβούνται και αρνούνται να ανακαλύψουν: φαινομενικά, μια πόλη-φάντα-σμα, που τα κτίρια και τα σοκάκια της αποπνέουν το μυστήριο, τη γοητεία και την αύρα μιας άλλης πόλης και εποχής, κινού­μενης σε αρμονικούς και ανθρώπινους ρυθμούς. Οι λίγες αυτές ώρες γαλήνης τερματίζονται, όταν τις πρώτες πρωινές ώρες καταφτάνουν πλωτά μέσα με τις προμήθειες των καταστημά­των, που εφοδιάζονται με πολεμοφόδια για μία ακόμα φρενή­ρη ημέρα στον πόλεμο της προσέλκυσης περισσότερων πελα­τών και της επικράτησης έναντι του ανταγωνισμού. Όμως η παραίσθηση τελειώνει και επαναφερόμαστε σε μια πόλη-φά- ντασμα κυριολεκτικά αυτή τη φορά, πάλι μόνο για τους δικούς της ανθρώπους: η πρωινή υπερπροσφορά για τους ξένους συ­νοδεύεται από αντίστοιχη έλλειψη παροχών και αγαθών τα βράδια, όπου δυσκολεύεται κανείς ακόμα και για να βρει ένα ανοιχτό κατάστημα για την αγορά ενός μπουκαλιού γάλακτος, και τα ασυντήρητα κουφάρια των άδειων, άλλοτε λαμπερών κτιρίων, αιωρούνται απειλητικά.

Τα παραπάνω στιγμιότυπα της ζωής στη Βενετία αποτελούν την καθημερινότητα για τους ντόπιους, ιδίως την τελευταία δε­καετία, και καταγράφονται, μεταξύ άλλων, στο πολιτικό ντο­κιμαντέρ του γερμανού σκηνοθέτη Andreas Pichler The Venice Syndrome (πρωτότυπος τίτλος: Das Venedig Prinzip), παραγωγής του 2012, η οποία προβλήθηκε στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2017. Ο Pichler στην ταινία του αποτυπώνει το αίσθημα της παραίτησης που διακατέχει πια τους ηλικιωμένους κατοίκους της Βενετίας, οι οποίοι παρατηρούν ανήμποροι την πόλη τους να αλλοιώνεται ανεπίστρεπτα και να γίνεται δυσλειτουργική και αφιλόξενη, παραδιδόμενη στον βωμό του κέρδους και της ά­ναρχης τουριστικής ανάπτυξης, ενώ οι νεαρότεροι κάτοικοι την εγκαταλείπουν μαζικά. Οι παλιοί, αυθεντικοί γονδολιέρηδες α­ναπολούν τις εποχές που δίδασκαν τους επισκέπτες-ηθοποιούς του Hollywood πώς να υποδύονται τους οδηγούς-καπετάνιους στα γυρίσματα των ταινιών τους, ενώ οι σημερινοί, με ρούχα και στυλ που μιμούνται το κλασικό, πουλάνε την αναβίωση της παλιάς εποχής, γνωρίζοντας μόνο δυο-τρεις πιασάρικες φράσεις στα ιταλικά. Οι ιδιοκτήτες καταστημάτων με στολές, μάσκες και παραδοσιακές ενδυμασίες παρακολουθούν μάλλον χαιρέκακα τις πελάτισσες που δοκιμάζουν φορέματα εποχής, τα οποία νοικιάζουν για μια νύχτα ώστε να παρευρεθούν στις δεξιώσεις και τις θεματικές βραδιές του καρναβαλιού της Βενετίας, υπο- δυόμενες τις βασίλισσες της πόλης.

Και μπορεί μεν το πεσμένο ηθικό και η απαισιοδοξία των κατοίκων να είναι υποκειμενικοί δείκτες, αλλά η φυσική φθορά της πόλης είναι αντικειμενική. Αρκετά από τα άλλοτε λαμπρά παλάτια των δόγηδων και της εκκλησίας δεν συντηρούνται, ενώ ακόμα και οι μεσίτες που πουλάνε ακίνητα σε αλλοδαπούς ιδιώτες διερωτώνται για την ίδια τους την αξιοπιστία αλλά και για την κατάσταση των ακινήτων που υποδεικνύουν στους πελάτες τους, αφού η διάβρωση και αποσάθρωση των θεμελίων σε πολλά κτίσματα είναι σημαντική, και αυξανόμενη. Αξίζει εδώ να σημειωθεί η ιδιομορφία της Βενετίας ως «πλωτής πολιτείας», χτισμένης πάνω και ανάμεσα στα κανάλια, που προϋποθέτει την κατασκευή αλλά και τη συντήρηση των κτιρίων με τεχνικές και κανόνες ασφαλείας που τα καθιστούν κατοικήσιμα, απο­σοβώντας τον κίνδυνο διάβρωσης και αποσάθρωσης από την επαφή με το νερό της θάλασσας και την ανακίνηση των υδάτων των καναλιών. Η δε κυκλοφορία και κινητικότητα του νερού των καναλιών επηρεάζεται σημαντικά από τον αριθμό και το βάρος των πλεούμενων που κυκλοφορούν σε αυτά, αλλά και στην ευ­ρύτερη λιμνοθάλασσα της Βενετίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 2012 τη Βενετία επισκέφτηκε το μεγαλύτερο, μέχρι τότε,κρουαζιερόπλοιο που είχε καταπλεύσει στην πόλη, κατά τον ελλιμενισμό του οποίου οι δονήσεις στο έδαφος ήταν αισθητές σαν σεισμός μικρής έντασης – αντίστοιχη ένταση είχε και η κίνηση του νερού, με επακόλουθη επίδραση και στα θεμέλια των κτιρίων. Φυσικά, παρά τις υποδείξεις μηχανικών και άλλων αρ­μοδίων, ουδεμία τροποποίηση έγινε στο δρομολόγιο ή στον χώρο ελλιμενισμού του κρουαζιερόπλοιου ούτε εν γένει στην πολιτική υποδοχής των διερχόμενων πλοίων, και μάλιστα σχεδιάζεται η επέκταση του λιμανιού ώστε να αυξηθεί η χωρητικότητά του.

Σε πείσμα της σταδιακής φυσικής φθοράς αλλά και της βύθι­σης της πόλης, η αγορά ακινήτων παραμένει απτόητη, διευ­ρύνοντας τα κέρδη της. Με τιμή αγοράς ανά τετραγωνικό μέτρο που ξεπερνά ακόμα και τα 12.000 ευρώ, δεν είναι λίγοι οι μόνιμοι κάτοικοι και ενοικιαστές που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να μετακινηθούν στην ενδοχώρα, αφού οι ιδιοκτήτες ακινήτων προτιμούν να τα μοσχοπουλήσουν παρά να ανανεώσουν μια λιγότερο προσοδοφόρα τυπική μίσθωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα από την ταινία του Rchler είναι ότι ακόμα και το κτίριο όπου στεγαζόταν το κεντρικό ταχυδρομείο της πόλης πουλήθηκε το 2010 στον όμιλο Benetton, προκειμένου να κατασκευαστεί στη θέση του ένα εμπορικό κέντρο, ενώ ακόμα και μια γηραιά κυρία ομολογεί στην κάμερα με ενοχή και πικρία ότι αναγκάστηκε να ενοικιάσει ένα δωμάτιο από τη μονοκατοικία της, προκειμένου να αντεπεξέλθει στα συνεχώς αυξανόμενα έξοδα διαβίωσης στην πόλη: «Ο μαζικός τουρισμός μπορεί να διαβρώσει την ψυχή ενός τόπου, όπως θρυμματίζει και τον ασβέστη στους τοίχους των κτιρίων της πόλης…». Οι μεμονωμένες αντιδράσεις των λιγοστών πια εναπομεινάντων κατοίκων, που οργανώνουν αυτοσχέδιες συγκεντρώσεις διαμαρ­τυρίας, θέτοντας ως αιτήματα προς τον Δήμαρχο της πόλης και τις αρμόδιες αρχές την παρακράτηση μέρους των τουριστικών τελών για τη συντήρηση κτιρίων και την απόδοση τους στους κατοίκους, την επαναλειτουργία δημόσιων αρχών και υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης στην πόλη, ώστε να μην αναγκάζονται να μετακινούνται στην ηπειρωτική Ιταλία, αλλά και τη θέσπιση ανώτατου ημερήσιου αριθμού εισερχόμενων επισκεπτών,[1] θυμί­ζουν μάχη Δαβίδ εναντίον Γολιάθ, και η εκδίωξη των κατοίκων με την ταυτόχρονη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου τους λο­γίζονται ως απλές παράπλευρες απώλειες της τουριστικής ανά­πτυξης.

Κάπως έτσι η πόλη-μουσείο, ο ιδανικός προορισμός για ρομάντζο και ταξίδι του μέλιτος για Ευρωπαίους, Ασιάτες και Αμερικανούς, μετατρέπεται σε φάντασμα με ελάχιστους κατοίκους και σκιά της παλιάς της πολιτισμικής ταυτότητας. Η Βενετία, καθιερωμένη πλέον και ως «Airbnb-land», άτυπη πανευρωπαϊκή πρωτεύουσα της προσφοράς καταλυμάτων βρα­χυχρόνιας μίσθωσης μέσω της ομώνυμης διαδικτυακής πλατ­φόρμας, διαιωνίζει τον μύθο της που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της τουριστικής βιομηχανίας αλλά ταυτόχρονα μένει έρμαιο του μαζικού τουρισμού και της υπερκοστολαγημένης, απρόσιτης για τους μέσους πολίτες, στέγασης. Το ιστορικό προσωπείο και η καρναβαλική μάσκα της πόλης αποκρύπτει την πραγματικότητα από τους τουρίστες. Παρατηρούμε λοιπόν εδώ μια αποτύπωση της παραφθοράς του δικαιώματος στα κοινά και στην ιδιοκτησία, που τρέπεται σε λεία των λίγων.

Υπό την ανωτέρω οπτική γωνία, τόσο η απόπειρα υιοθέτησης του μοντέλου της οικονομίας του διαμοιρασμού (peer to peer economy) που έφερε το Airbnb -ένα μοντέλο δηλαδή όπου οι οικονομικές δραστηριότητες και συναλλαγές διευκολύνονται κυ­ρίως από ψηφιακές πλατφόρμες, για την προσωρινή χρήση από το κοινό ιδιωτικών αγαθών και υπηρεσιών- όσο και η πλήρης ε­λευθερία της λειτουργίας της τουριστικής βιομηχανίας, ελλείψει ρυθμιστικού νομικού πλαισίου, φαίνεται να αποτυγχάνουν. Στην Ελλάδα, όπως και σε αρκετές άλλες χώρες, to νομικό πλαίσιο διαμορφώθηκε εκ των υστέρων: η δημιουργία ειδικού μητρώου για τη βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτων, ο περιορισμός του α­ριθμού των ακινήτων σε δύο ανά φυσικό· πρόσωπο, η θέσπιση ανώτατου ορίου 90 ημερών μίσθωσης σε εθνικό επίπεδο και 60 ημερών στα νησιά κάτω των 10.000 κατοίκων και η φορολόγηση του εισοδήματος από τη βραχυχρόνια μίσθωση ως εισοδήματος από ακίνητη περιουσία είναι οι κύριες ρυθμίσεις που ψηφίστηκαν με νόμο μόλις το 2017. Οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις θεσπίστηκαν όχι προληπτικά, αλλά κατασταλτικά, κυρίως λόγω της έγνοιας του νομοθέτη και της διοίκησης να περιορίσουν τη φοροδιαφυγή και να βρουν νέες πηγές εσόδων για το κράτος, παρά λόγω της ανησυχίας τους για τις αρνητικές κοινωνικές επιπτώσεις της εξάπλωσης του Airbnb.

Η ελληνική πραγματικότητα βρίθει παραδειγμάτων αντίστοι­χων της Βενετίας, τόσο σε κατ’ εξοχήν τουριστικούς προορισμούς αντίστοιχου βεληνεκούς, όσο και σε απλές αθηναϊκές συνοικίες: στη Σαντορίνη, που από νησί μερικών χιλιάδων κατοίκων τον χειμώνα τρέπεται σε χώρο φιλοξενίας άνω των 1.500.000 επι­σκεπτών αθροιστικά κάθε καλοκαιρινή σεζόν, οι αντοχές των υ­ποδομών και των εργαζόμενων δοκιμάζονται καθημερινά. Το ποσοστό του εδάφους του νησιού που έχει οικοδομηθεί αγγίζει το 11%, ανάλογο με αυτό αστικών κέντρων. Το ζήτημα της υπερκατανάλωσης νερού που αντιμετωπίζεται μόνο πρόσκαιρα με υδροφόρες και περιορισμένες αφαλατώσεις, το μποτιλιάρι­σμα (!) στους δρόμους των Φηρών και της Οίας λόγω των υπερά­ριθμων οχημάτων, η περιστασιακά έντονη δυσοσμία λόγω του κορεσμένου και υπολειτουργούντος συστήματος αποχέτευσης, είναι η άλλη όψη του νομίσματος της ανάδειξης της Σαντορίνης σε κορυφαίο ταξιδιωτικό προορισμό παγκοσμίως. Η θέσπιση και εδώ ανώτατου ορίου αποβιβαζόμενων από κρουαζιερόπλοια επισκεπτών σε 8.000 ημερησίως ενδεχομένως βάζει προσωρινά φρένο στη διόγκωση των προβλημάτων, αλλά το όνειρο του El Dorado που φαντασιώνονται και βιώνουν οι ιδιοκτήτες γης δεν χαλιναγωγείται εύκολα. Όπως κάθε χρυσωρυχείο με τους εργάτες του να σκάβουν έναντι χαμηλού ημερομίσθιου, έτσι και εδώ ορισμένοι εποχικοί υπάλληλοι των κλάδων τουρισμού και εστίασης αναγκάζονται πλέον να διαμένουν ακόμα και σε λυόμενες κατασκευές (containers), αφού τα δωμάτια που τους παρείχαν παλιότερα οι εργοδότες τους τώρα πωλούνται και ενοικιάζονται αποκλειστικά σε εύπορους αλλοδαπούς του­ρίστες. Ακόμα και λειτουργοί σε άκρως απαραίτητες θέσεις για το νησί, όπως οι αγροτικοί γιατροί, συχνά αδυνατούν πια να βρουν κατοικία.

Στη μέχρι πρότινος εξοντωμένη από την οικονομική κρίση αθηναϊκή αγορά ακινήτων, το τοπίο αλλάζει επίσης ριζικά: στο Κουκάκι η αύξηση της ζήτησης για καταλύματα Airbnb έφτασε το 2015 το 800%, καθιστώντας τη γειτονιά την 5η παγκοσμίως σε αύξηση του ετήσιου τουρισμού. Στα Εξάρχεια, ένας κινέζος επενδυτής απέκτησε σταδιακά περίπου 100 διαμερίσματα, με αποκλειστικό σκοπό την εκμετάλλευσή τους μέσω ηλεκτρονι­κών πλατφορμών βραχυχρόνιας μίσθωσης, και την περαιτέρω μεταπώλησή τους σε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο. Η επιτυχής έκβαση του εγχειρήματος αυτού προκάλεσε το ενδιαφέρον και άλλων υποψήφιων επενδυτών, αυξάνοντας κατακόρυφα τη ζή­τηση για αγορά διαμερισμάτων στην περιοχή. Κοινή συνέπεια βέβαια και στις δυο περιοχές ήταν ότι οι τιμές για τη συμβατική ενοικίαση σπιτιών (μίσθωση κατοικίας) αυξήθηκαν επίσης κατα­κόρυφα, καθιστώντας απρόσιτη την εύρεση σπιτιού, ιδίως για τις κοινωνικές ομάδες που μέχρι πρότινος αποτελούσαν τον κοι­νωνικό πυρήνα αυτών των περιοχών, όπως οι φοιτητές και οι νέ­οι εργαζόμενοι.

Στον αντίποδα των παραπάνω επιδράσεων και κινδύνων, ο ερχομός και η καθιέρωση του Airbnb στην Ελλάδα έφερε αναμφίβολα και ευκαιρίες, τουλάχιστον υπό ένα αυστηρά οικο­νομικό πρίσμα. Ευκαιρίες εν πρώτοις για τους ιδιοκτήτες ακι­νήτων και την τουριστική ανάπτυξη, αλλά και για την απα­σχόληση και τους απλούς τουρίστες. Οι ιδιοκτήτες άδειων ακι­νήτων που δεν βρίσκουν αγοραστή έχουν έναν νέο τρόπο εκμε­τάλλευσης της ιδιοκτησίας τους και ανταπόκρισης στις φορολο­γικές τους υποχρεώσεις (ΕΝΦΙΑ), το ενδεχόμενο ολιγοπωλίου ή «καρτέλ» στις τιμές των συμβατικών ξενοδοχείων αποτρέπεται εξαιτίας της δημιουργίας ισχυρού ανταγωνισμού, η αξιολόγηση και βαθμολόγηση των καταλυμάτων μέσω του διαδικτύου δεν αφήνει περιθώριο για ανακρίβειες στην παρουσίασή τους και για εξυπηρέτηση χαμηλού επιπέδου, οι αυξανόμενες ανάγκες από την προσέλευση των επισκεπτών ανοίγουν νέα καταστή­ματα και θέσεις εργασίας στον τομέα της παροχής υπηρεσιών, και ένα νέο είδος τουρίστα κατακλύζει την πόλη, το είδος που θέλει να βιώσει μια προσομοίωση της ζωής ενός Αθηναίου, κατοικώντας στο σπίτι του, πηγαίνοντας στον φούρνο και την αγορά της γειτονιάς του, ζητώντας οδηγίες και προτάσεις από τον οικοδεσπότη του και όχι από το TripAdvisor. Η πε­ραιτέρω εμβάθυνση, ωστόσο, στο φαινόμενο Airbnb, αναδεικνύει ότι η επιτυχία του και η επακόλουθη ευημερία που αποτυπώνε- ται σε πρώτο βαθμό είναι περισσότερο αριθμοκεντρική και όχι ανθρωποκεντρική. Τα προβλήματα και τα περιστατικά, αντί­στοιχα με αυτά της Βενετίας, ανθρώπων που υφίστανται έναν άτυπο αλλά πραγματικό διωγμό από τον τόπο διαμονής τους, βιώνοντας ταυτόχρονα μια πρωτόγνωρη αύξηση του κόστους ζωής τους, πληθαίνουν συνεχώς, με αποκορύφωμα τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου και άμεσα πληττόμενους τους μη ντόπιους φοιτητές, τους εποχικούς εργαζόμενους και τους προ­σωρινά υπηρετούντες σε αυτά δημόσιους υπαλλήλους, όπως δα­σκάλους, γιατρούς και νοσοκόμους.

Σε άμεση αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση με τους του­ρίστες είναι φυσικά και οι «υποδοχείς» τους, οι ντόπιοι ε­πιχειρηματίες, εργαζόμενοι και απλοί κάτοικοι, η πλειοψηφία των οποίων απολύτως εκούσια και συνειδητά επιθυμεί τη δια­τήρηση και επέκταση της σημερινής μορφής τόσο του μαζικού τουρισμού όσο και του Airbnb, εφόσον συνεχίζει να αποκομίζει κέρδη. Πέραν των αρνητικών κοινωνικών επιπτώσεων του του­ρισμού που αναλύθηκαν παραπάνω, ένα άλλο ερώτημα που εγείρεται λοιπόν είναι αυτό της δυνατότητας διατήρησης της φυσιογνωμίας και της πολιτιστικής ταυτότητας όχι απλώς της κάθε πόλης-προορισμού αλλά και των ανθρώπων της. Όταν έ­νας ολόκληρος κοινωνικός ιστός κάνει ασυναίσθητα αυτοσκοπό του αποκλειστικά την εξυπηρέτηση και όχι τη συνύπαρξη και αλληλεπίδραση, την αντιμετώπιση του επισκέπτη ως τουρίστα- καταναλωτή και όχι ως ταξιδιώτη-συνανθρώπου, ο κίνδυνος για απώλεια της τοπικής ταυτότητας και ιδιοσυγκρασίας είναι πραγματικός.

Εύλογα λοιπόν γεννάται το ερώτημα αν τελικά μιλάμε για μια μορφή συνεργατικής οικονομίας και εκμετάλλευσης, όπου ο κύριος οποιουδήποτε ακινήτου το διαθέτει κατά την αρέσκειά του στο κοινό, με τίμημα κατά μέσο όρο σαφώς χαμηλότερο από το αντίστοιχο ενός ξενοδοχείου ή ενοικιαζόμενου δωματίου, ή για μια τάση που ξεκίνησε μεν ως εναλλακτική λύση από τον τότε φοιτητή και σημερινό διευθύνοντα σύμβουλο και συνιδρυτή της Airbnb, Αμερικανό Brian Chesky, ο οποίος υπενοικίασε κε­νούς χώρους στο διαμέρισμά του ώστε να καλύψει την αύξηση του ενοικίου που πλήρωνε, και έφτασε σήμερα να αποκτήσει διαστάσεις παγκόσμιας βιομηχανίας και επιδημίας, στην οποία οι ιδιοκτήτες μικρών ακινήτων είτε τα πουλάνε -εκούσια ή κατόπιν πιέσεων και ανάγκης- σε μεσιτικά γραφεία, εταιρείες real estate και επενδυτές, με άμεση συνέπεια τη δημιουργία κατά τόπους ολιγοπωλίων, είτε φτάνουν στο σημείο να αισχροκερδούν απέναντι στους συμβατικούς μισθωτές, προβάλλοντας το επι­χείρημα της ζήτησης και του περιθωρίου κέρδους που τους α­φήνει μια μίσθωση μέσω του Airbnb.

Το ζητούμενο, η υιοθέτηση δηλαδή μιας διαφορετικής, συ­νειδητής στάσης απέναντι στον τρόπο που ταξιδεύουμε και στις επιδράσεις του ταξιδιού μας στους άμεσους αποδέκτες του -τους συνανθρώπους μας και τους ταξιδιωτικούς προορισμούς-, δεν μπορεί φυσικά να συντελεστεί αυτοστιγμεί και προϋποθέτει μια σειρά κοινωνικοπολιτικών αλλαγών, ώστε να τεθεί το κατάλληλο πλαίσιο και να δημιουργηθεί μια συλλογική συνείδηση ικανή να αποτινάξει τα επιβαλλόμενα από τη σύγχρονη οικονομία του­ριστικά πρότυπα και να βάλει φραγμό στα παραπάνω φαινό­μενα ασυδοσίας και απληστίας, που συνδέονται εγγενώς με το κυρίαρχο στις μέρες μας μοντέλο ταξιδιού.

Μια ενδεχόμενη απάντηση μπορεί να δοθεί και μέσω της δι- ερεύνησης των πραγματικών λόγων και αιτιών που οδηγούν έναν άνθρωπο στο να ταξιδεύει, και διαμορφώνουν τα κριτήρια επιλογής του εκάστοτε προορισμού. Η απόσταση μεταξύ ενός ταξιδιού ως τρόπου εξερεύνησης και αναζήτησης, από τη μια, και ενός ταξιδιού ως καταναλωτικού προϊόντος από την άλλη, η αγορά του οποίου υποβάλλεται και επιβάλλεται στο συνει­δητό και το υποσυνείδητο του τουρίστα-καταναλωτή μέσω δια­φημιστικών εκστρατειών, μέσω φράσεων τύπου «Ζήσε για χ μέ­ρες σαν πραγματικός Βενετσιάνος» (ή αρχαίος Ρωμαίος ή Αθη­ναίος), λιστών τύπου «10 μέρη που πρέπει οπωσδήποτε να επισκεφτείς μέχρι τα …άντα» και άλλων αντίστοιχων προωθη- τικών μηχανισμών είναι σημαντική, αλλά η διαφυγή από το έμφυτο μιμητικό μοτίβο που μας διακρίνει ως καταναλωτές δεν είναι το ίδιο εύκολη για όλους. Θα μπορούσε να λεχθεί, αναλογικά, ότι η μαζική τουριστική βιομηχανία συχνά λειτουργεί ως ένας τροχονόμος ή ως κέντρο ελέγχου εναέριας κυκλοφορί­ας, μόνο που εδώ αντί για αυτοκίνητα και αεροπλάνα ελέγχεται και ταξινομείται η κυκλοφορία ανθρώπων, προς τους οποίους υποδεικνύονται μηχανικά και αυτοματοποιημένα κατευθύνσεις και προορισμοί. Για αρκετούς από αυτούς που έλκονται από τους συγκεκριμένους μηχανισμούς, το παραγωγικό αίτιο της βούλησής τους για το ταξίδι δεν είναι πλέον η αυτοτελής, εσω­τερική ανάγκη και περιέργεια για το ταξίδι, αλλά η ψευδανά- γκη τους επιστρέφοντας από το ταξίδι τους να μπορούν να παινευτούν στην ομήγυρη: να, πήγα και εγώ εκεί! Να, έβγαλα και εγώ φωτογραφία εκεί! Δύο ενδεικτικά, χαρακτηριστικά πα­ραδείγματα διάστασης της απεικονιζόμενης σε φωτογραφίες και βίντεο κατάστασης σε σχέση με την πραγματικότητα, είναι αφενός το Μάνεκεν Πις (Manneken Pis, μεταφορικά «ο μικρός που κατουράει» στην τοπική διάλεκτο), το μικρό μπρούτζινο άγαλμα που βρίσκεται στις Βρυξέλλες, και αναπαριστά ένα αγόρι να ουρεί σε ένα σιντριβάνι, και αφετέρου η Μικρή Γοργόνα, το χάλκινο γλυπτό άγαλμα που απεικονίζει μια γοργόνα και βρίσκεται σε ένα βράχο στο Langelinie της Κοπεγχάγης. Τα δύο αξιοθέατα, σήματα κατατεθέντα των πόλεων απεικονίζονται στο διαδίκτυο εμβληματικά, σε διαστάσεις πολύ μεγαλύτερες από τις πραγματικές. Προς απογοήτευση, συχνά και αγανάκτηση, αρκετών εκ των επισκεπτών, τα δύο αγάλματα είναι μάλλον μι- κροσκοπικά σε σχέση με αυτό που φαντάζονταν, με αποτέλεσμα καθημερινά να επικρατεί συνωστισμός στα όρια του πανικού και στα δύο σημεία, από επισκέπτες που πασχίζουν με τη χρήση της μεγαλύτερης δυνατής μεγέθυνσης (zoom) από κινητά και φωτογραφικές μηχανές να εξασφαλίσουν την καλύτερη δυνατή λήψη! Η ιστορία βέβαια, όπως και το ιστορικό και πολιτιστικό πλαίσιο κατασκευής, όχι μόνο αυτών των δύο αγαλμάτων αλλά και των περισσότερων αντίστοιχων μνημείων, περνούν φυσικά σε δεύτερη μοίρα, αν δεν αφήνουν εντελώς αδιάφορους τους επισκέπτες.

Δεν πρέπει λοιπόν, με άλλα λόγια, να παραγνωρίσουμε τη σημασία του ατόμου για τον προσδιορισμό των αναγκών του και τη διαμόρφωση των συλλογικών τάσεων: η λύση δηλαδή βρί­σκεται, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στη θέσπιση κανονιστικών ρυ­θμίσεων, στην αντίληψη του μέτρου, στον αυτοπεριορισμό, στην εσωτερική μεταστροφή που μπορεί να οδηγήσει σε έναν ορθότε­ρο προσδιορισμό της αιτίας, της συχνότητας και ποσότητας, της ποιότητας και του μέσου των ταξιδιών μας. 0 στίχος «Κι ο δρόμος για να ’ρθω σε σένα είναι αυτός, να αλλάζω στη δια­δρομή συνεχώς» δεν πρέπει να αφορά τους ντόπιους και τις το­πικές κοινωνίες που υποδέχονται ταξιδιώτες, αλλά τους ίδιους τους ταξιδιώτες, που οφείλουν να θυμηθούν, λειτουργώντας ανεπηρέαστοι από τουριστικές λίστες και τάσεις, ότι ο τόπος του προορισμού επιλέγεται μεν από τους ίδιους και όχι καθ’υπόδειξη, αλλά ταυτόχρονα διαμορφώνεται από τους δικούς του ανθρώπους και την ιστορία του, και όχι από τους περαστικούς επισκέπτες. Εξάλλου, όπως έγραψε συναφώς και ο Νίκος Κα- ζαντζάκης σε μια ταξιδιωτική κάρτα, ως κατάλληλο μέρος για ένα ταξίδι χαρακτηρίζεται αυτό όπου «ο τουρίστας έχει πια λίγα να δει. 0 άνθρωπος όμως πολλά».

2. Σκότωσε τον τουρίστα που έχεις μέσα σου

Μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση άνοιξε τα τελευταία χρό­νια γύρω από τον τουρισμό και τις αρνητικές επιπτώσεις που προκαλεί στις μεγάλες και μικρές τουριστικές πόλεις. Το έ- ναυσμα για να ανοίξει αυτή η συζήτηση ήταν το Airbnb, μια δραστηριότητα που ξεκίνησε με τη μορφή αλληλέγγυας οικο­νομίας και έφτασε στο σημείο να καθορίζει τις τιμές των ακι­νήτων, αλλά και να αλλοιώνει σε πολλές περιπτώσεις τον κοινω­νικό ιστό των σύγχρονων αστικών συμπλεγμάτων.

Βεβαίως, οι άνθρωποι που δημιουργούν τον κοινωνικό ιστό στις εν λόγω πόλεις δεν είναι άμοιροι ευθυνών, αφού ενδίδουν στον απόλυτο οικονομισμό, με την έννοια ότι επιλέγουν μόνο την οικονομική αξία του σπιτιού τους· ή, αν δεχτούμε πως τα σπίτια μιας πόλης δεν ανήκουν στους χρήστες τους, αλλά σε ιδιοκτήτες που πιθανόν να ζουν πολύ μακριά από αυτήν την ιδιοκτησία τους, ακόμη και τότε οι χρήστες των σπιτιών δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Αφού η δυνατότητα αντίστασής τους δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο, αλλά προέρχεται από την πολιτική ιστορία των κοινωνιών, από την ιστορία των κοινωνικών κινημάτων, και συ­γκεκριμένα των κινημάτων κατοικίας. Σε πολλές περιπτώσεις μά­λιστα αυτά τα κινήματα κατοικίας διαμόρφωσαν το πρόσωπο μιας πόλης ή μιας γειτονιάς ή ακόμη το καθεστώς των ιδιοκτη­σιών και της χρήσης της κατοικίας. Πρόσφατα παραδείγματα στην ευρωπαϊκή ιστορία είναι πόλεις όπως το Άμστερνταμ, η Χάγη ή η Κοπεγχάγη.

Σε κάθε περίπτωση, και επειδή όλα αυτά περί αστικών κινημάτων λίγο αφορούν τον δικό μας βαλκανικό Νότο, αρκεί να πούμε πως ό,τι είναι νόμιμο δεν είναι και ηθικό. Μπορεί οι ελληνικές κυβερνήσεις να έσφιξαν τα λουριά στους ενοικιαστές σπιτιών δίνοντας στους ιδιοκτήτες μεγαλύτερη δυνατότητα έξωσης, μπορεί ο νόμος τελικά να εξυπηρετεί τη μεγαλύτερη εκ­μετάλλευση του σπιτιού μέσω της βραχυχρόνιας ενοικίασης (του­ρισμός), όμως εάν μας ενδιαφέρει η μικρή μας αστική κοινότητα στο Κουκάκι, στο Κολωνάκι, στα Εξάρχεια, μπορούμε κάλλιστα να αντισταθούμε.

Υπάρχει όμως άραγε αυτή η κοινότητα, την οποία θα μπορού­σαμε να υπερασπιστούμε απέναντι στην τουριστική λαίλαπα και τη λαίλαπα του Airbnb; Μήπως απλώς κατοικούμε την πό­λη μας καταναλώνοντας ιδιωτικά τον δημόσιο χρόνο; Μήπως μας ενδιαφέρει περισσότερο η οικονομία που δημιουργείται α­πό αυτή τη σύγχρονη τουριστική επέκταση απ’ ό,τι η ύπαρξη μιας κοινότητας μέσα σε μια μητρόπολη όπως η Αθήνα; Και ποιοι είμαστε εμείς που μας ενδιαφέρουν όλα αυτά; Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε στην προκειμένη περίπτωση αυτή την προσωπική αντωνυμία – εμείς;

Μήπως η σύγχρονη τουριστική επέκταση βρίσκει έδαφος να κατακτήσει στις άδειες από κοινωνική ζωή πόλεις; Μήπως η «κοινωνική» ζωή των πόλεών μας εξαντλείται στην εμπορική- καταναλωτική της διάσταση, είτε αυτή αφορά την τέχνη, είτε αφορά τη διασκέδαση, είτε τον πολιτισμό μας γενικότερα;

Μήπως οι κάτοικοι της Βενετίας -έστω κάποιοι από αυτοός- δεν δικαιούνται να διαμαρτύρονται για την καταστροφή του κοινωνικού ιστού της Βενετίας, εφόσον γνώριζαν πολύ καλά και το έβλεπαν καθημερινά ότι μεταλλασσόταν; Ίσως δεν μπορούσαν να φανταστούν την επέλαση του Airbnb, γνώριζαν όμως πολύ καλά πως τα πάντα για τον Β ενετό ήταν τουρισμός.

Η τουριστική Αθήνα βεβαίως καμία σχέση δεν έχει με την απολύτως τουριστική και μικρή Βενετία. Η Αθήνα έχει εσωτερι­κό τουρισμό, και δεν εννοώ τους τουρίστες από την υπόλοιπη Ελλάδα που έρχονται έτσι κι αλλιώς. Εννοώ τον εσωτερικό του­ρισμό που ρέει από όλους τους δήμους και τις συνοικίες του ευ­ρύτερου αθηναϊκού μητροπολιτικού συμπλέγματος προς το ιστο­ρικό κέντρο της Αθήνας. Φυσικά υπάρχουν και άλλα κέντρα της ευρύτερης Αθήνας των πέντε εκατομμυρίων που αποτελούν του­ριστικό προορισμό για τον κάτοικο του μητροπολιτικού συ­μπλέγματος, όπως η Ν. Σμύρνη, το Χαλάνδρι, το Φάληρο κ.λπ. Μας ενδιαφέρει όμως ιδιαιτέρως το ιστορικό κέντρο για να κά­νουμε τη συσχέτιση με τον εξωτερικό τουρισμό και με το σύγ­χρονο αστικό τουριστικό προϊόν.

Το Κουκάκι που προαναφέραμε αποικίζεται την τελευταία δεκαετία από χιλιάδες hipsters ετησίως, όλων των εκδοχών του hipster. Από τον εναλλακτισμό, από το πάθος για το αυθεντικό, αλλά και από το δήθεν του εναλλακτισμού και τον ελιτισμό. Η τελευταία εκδοχή δείχνει να κυριαρχεί, τόσο γενικώς στην Ευρώπη όσο και εδώ, όσο το hipster διευρύνεται, αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση. Ο αποικισμός λοιπόν του Κουκακίου από τους hipsters δημιούργησε σε αυτήν την περιοχή ένα νέο τουριστικό προϊόν. Γύρω από αυτό το προϊόν δημιουργήθηκε μια νέα αγορά της οικονομίας, μάλλον περισσότερο απρόσωπη και οικονομοκεντρική από την αγορά της οικονομίας που γνω­ρίσαμε στην ίδια γειτονιά τη δεκαετία του ’80, παρόλο τον τωρινό εναλλακτισμό.

Ένα σύγχρονο κοινωνικό ρεύμα λοιπόν, με περιεχόμενο την αυθεντικότητα βρίσκει κατοικία, όχι ακριβώς κάτω από την Ακρόπολη, δηλαδή στην Πλάκα,, αφού αυτή είναι πλέον απο­λύτως κατειλημμένη και μη προσβάσιμη για κατοίκηση, αλλά λίγο δίπλα της, σε μια παλιά γειτονιά της Αθήνας, στο Κουκάκι. Αυτό που υπονοείται φυσικά σε αυτήν την κοινωνική κίνηση εί­ναι η αυθεντικότητα της Ακρόπολης που αποτελεί και έναν ψι­θυριστό συμβολισμό για κάθε hipster καταναλωτή. Και ενώ μέχρι το πρόσφατο παρελθόν το τουριστικό Κουκάκι περι­οριζόταν σε δυο-τρεις δρόμους κοντά στην Ακρόπολη και τον Φιλοπάππου, έχοντας ως τουριστικό προϊόν αποκλειστικά την Ακρόπολη στα μαγαζιά με τα ενθυμήματα, τα λίγα φαγάδικα και τα τέσσερα-πέντε ξενοδοχεία, σήμερα έχει επεκταθεί σε ολόκληρη τη συνοικία, ξεπερνώντας τα σύνορά της προς Νέο Κόσμο και Παγκράτι, μετατρέποντας αυτές τις πυκνοκατοικη- μένες περιοχές σε ένα απέραντο ξενοδοχείο.

Το Κουκάκι έχει μετατραπεί σε μια αμιγώς τουριστική περιο­χή με ένα σύγχρονο τουριστικό προϊόν, μακριά από τα λευκά α- γαλματάκια και τους μπρούντζινους σάτυρους με τους τεράστιους φαλλούς. Το περιεχόμενο αυτού του νέου τουριστικού προϊόντος είναι η αυθεντικότητα, ο αυθεντικός τρόπος ζωής ως αυθεντικός τρόπος κατανάλωσης.

0 τουρίστας σε αυτήν τη σύγχρονη εκδοχή διατηρεί τα παλαιά του συστατικά: «ο ιδιώτης τουρίστας δεν μεταφέρει μόνο το ά­τομό του στον τουριστικό τόπο, αλλά και το φαντασιακό σαλόνι του, καθώς αναζητά το οικείο μέσα στο ανοίκειο τοπίο, που όμως στην πραγματικότητα το έχει οικειοποιηθεί εκ των προτέρων, ως τουριστικό προορισμό», μας λέει ο Αλέξανδρος Σχισμένος στο κείμενό του στο παρόν τεύχος.

Το φαντασιακό σαλόνι του εν λόγω τουρίστα εγκαθίσταται στην εν λόγω γειτονιά με την ασύλληπτη ταχύτητα με την οποία οι φορείς του κάθε εγχειρήματος «αυθεντικότητας» ανιχνεύουν αυτό το σαλόνι, πριν ο τουρίστας τούς το μεταφέρει. Οργανώνεται και εγκαθίσταται από πριν το φαντασιακό του σαλόνι, αφού υ­πάρχει ως πληροφορία στο Διαδίκτυο, αλλά και εντυπώνεται σε κάθε πολιτισμικό προϊόν που παράγεται από τους πάνω ή από τους κάτω, που παράγεται δηλαδή από τη βιομηχανία πολιτισμι­κών αγαθών ή από τους ανεξάρτητους παραγωγούς.

Έχει ενδιαφέρον ο διάλογος που γίνεται στο Διαδίκτυο μετα­ξύ ενός διαχειριστή χώρου που διατίθεται στο Airbnb και του τουρίστα που πρόκειται να τον χρησιμοποιήσει. Ο εναλλακτικός πελάτης που αναζητά την αυθεντικότητα στα αγαθά ζητά πολλές φορές μια εναλλακτική ξενάγηση ή την εξασφάλιση, στις τρεις ημέρες διαμονής, ενός εισιτηρίου για κάποιο ποδοσφαιρικό αγώνα ή για κάποια συναυλία ή ρωτά αν προβλέπεται κάποια διαδήλωση στο πρόγραμμα των ημερών και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Το φαινόμενο του Κουκακίου επεκτείνεται πλέον σε όλη τη μητρόπολη των Αθηνών, όχι με την «αυθεντικότητα» που εμφα­νίζεται εκεί, αλλά με έναν μαγματικό τρόπο ανάμειξης της το­πικής πραγματικότητας με τη διαθέσιμη πληροφορία για αυτήν την πραγματικότητα, όπως αυτή μεταφέρεται σε κάθε περί­πτωση. Παραδείγματος χάρη στο Μεταξουργείο, στον Κεραμει- κό και στον Κολωνό βρίσκουν έδαφος οι ανεξάρτητοι παραγωγοί πολιτισμικών αγαθών, των οποίων η δραστηριότητα παίρνει μέ­ρος κατά κάποιον τρόπο στη μεταφορά της πληροφορίας που αφορά το σύγχρονο τουριστικό προϊόν, ακόμη κι αν αυτό κατα­ναλώνεται σε άλλη περιοχή του αστικού συμπλέγματος. Το σύγχρονο τουριστικό προϊόν της Αθήνας ανατροφοδοτείται από μια συνεχή δραστηριότητα πολιτισμικού ενδιαφέροντος σε διά­φορους τομείς, όπως οι συλλογικές απόπειρες στις τέχνες, την επικοινωνία, την αλληλεγγύη.

Η συλλογική ενασχόληση με την αλληλεγγύη έφερε χιλιάδες Ευρωπαίους στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της προσφυγικής κρίσης, και μολονότι αυτό καθαυτό το φαινόμενο δεν μπορούμε να το αποκαλέσουμε «τουρισμό», διαμορφώνει εντούτοις με τον τρόπο του ως πληροφορία το τουριστικό προϊόν, όσον αφορά το περιεχόμενό του, την αυθεντικότητα. Η έκρηξη του σύγχρονου εναλλακτικού τουρισμού εμφανίστηκε την τελευταία δεκαετία και συγκεκριμένα μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, που έφερε την Αθήνα στο παγκόσμιο προσκήνιο. Η εξέγερση εκείνη ξετάπωσε το μπουκάλι της δημιουργικότητας στον δημό­σιο χώρο. Η μεταφορά αυτής της πληροφορίας μέσα σε δυο-τρία χρόνια έκανε την Αθήνα έναν από τους top προορισμούς για τον εναλλακτικό τουρίστα των πόλεων. Η μεταφορά της πληρο­φορίας για τη βία εκείνης της εξέγερσης έγινε αστραπιαία και από την πρώτη στιγμή άρχισε να προσελκύει τους παραβατικούς νεολαίους από όλες τις γειτονιές της Αθήνας και από την Ευρώ­πη. Φυσικά η γειτονιά της Αθήνας που θα μπορούσε να υποδεχτεί έναν τέτοιου είδους τουρισμό δεν ήταν άλλη από τα Εξάρχεια.

Όλα αυτά είναι φαινόμενα που για να τα αναλύσουμε και να τα ορίσουμε ίσως χρειάζεται μια χρονική απόσταση. Ωστόσο η τουριστική τους διάσταση διακρίνεται διά γυμνού οφθαλμού. Στην περίπτωση μάλιστα του «εξεγερσιακού-επαναστατικού» τουρισμού έχουμε μια απόδειξη της προσαρμογής της τοπικής κοινότητας, στην προκειμένη μιας κοινότητας χρηστών μιας α­στικής περιοχής, μιας κινηματικού τύπου κοινότητας, στο φα- ντασιακό σαλόνι του «εξεγερσιακού-παραβατικού» τουρίστα, χωρίς να διαμορφώνεται αυτή η προσαρμογή υπό οικονομικούς όρους.

Σχετικά απελευθερωμένοι από τον οικονομοκεντρισμό, και μάλιστα σε ιδεολογικούς χώρους που τοποθετούνται απέναντι του, μπορούμε να καταναλώνουμε το περιεχόμενο μιας αυθε­ντικής, γνήσιας ζωής ή μπορούμε να καταναλώνουμε με τρόπο αυθεντικό ένα τουριστικό προϊόν, πολλές φορές και με αχρήμα- τες συναλλαγές.

Κάποιος λοιπόν που επισκέπτεται τα Εξάρχεια λόγω κάποιας πληροφορίας, αυτό που πρώτ’ απ’ όλα θα συναντήσει είναι α­κριβώς το παραπάνω τουριστικό προϊόν του «εξεγερτισμού». Θα πρέπει να είναι τυχερός και να ξέρει τι ακριβώς ψάχνει για να ανακαλύψει κάποιο από τα πραγματικά σπουδαία εγχειρήματα που βρίσκουν έδαφος εκεί, όπως είναι οι ελεύθεροι κοινωνικοί χώροι, τα στέκια, οι χώροι πολιτισμού αλλά και τα μαγαζιά που συγκεντρώνουν τέχνη, δράσεις και εξαιρετικούς ανθρώπους. Όλα αυτά κρύβονται πίσω από τη φαντασμαγορία και την ατραξιόν της βίας, όπως κρύβεται ο συρρικνωμένος κοινωνικός χρόνος πίσω από τον τουριστικό χρόνο στην τουριστική ομογενοποίηση κάποιων τουριστικών πόλεων και χωριών της περιφέρειας.

Η μεταλλαγή των τοπικών κοινοτήτων, η διάλυση του κοι­νωνικού ιστού και το πάγωμα του κοινωνικού χρόνου είναι κάτι που παρατηρούμε σε τουριστικές περιοχές εδώ και δεκαετίες.

Κατά τη δεκαετία του ’80 για παράδειγμα, ένας επισκέπτης της Ρόδου τη θερινή περίοδο θα έπρεπε να ξέρει πολύ καλά τι ζητά για να βρει τα ίχνη της κοινωνικής ζωής της πόλης. Ένα τουριστικό πέπλο σκέπαζε οτιδήποτε θα μπορούσε να μαρτυ­ρήσει την ύπαρξη πραγμάτων πέρα από τον τουρισμό. Όπως στον Μάγο του Οζ οι άνθρωποι φοράνε τα γυαλιά της μονο­διάστατης οπτικής, έτσι και εδώ ο επισκέπτης, όποια πρόθεση και να έχει, φοράει αναγκαστικά γυαλιά που βλέπουν μόνο ό,τι αφορά το τουριστικό προϊόν. Και δεν είναι μόνο η οικονο­μική διάσταση του τελευταίου που οδηγεί σε αυτήν την καθολί- κευση του τουριστικού φαινομένου. Είναι μια ολόκληρη κουλ­τούρα που δημιουργήθηκε, μια τουριστική κουλτούρα, φορέας της οποίας είναι από τη μια πλευρά ο ντόπιος, προσαρμοσμένος στο τουριστικό προϊόν σύμφωνα με τη δική του αντίληψη για την προσδοκία του τουρίστα, και από την άλλη πλευρά ο τουρίστας, προσαρμοσμένος στον ήδη προσαρμοσμένο ως προς αυτόν τόπο.

Τις περασμένες δεκαετίες τα πάντα θυσιάζονταν στον βωμό του τουρισμού, όπως όλα θυσιάζονταν στον βωμό της γενικό­τερης ανάπτυξης. Οι άνθρωποι εσωτερίκευαν την τουριστική ανάγκη και ταυτίζονταν μ’ αυτήν, μετατρεπόμενοι οι ίδιοι σε τουριστικό προϊόν. Αυτή η εσωτερίκευση και ταύτιση φαινόταν καθαρά τη δεκαετία του ’90 στα γερασμένα «καμάκια», που δραστηριοποιήθηκαν τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Ήταν αποτυπωμένες πάνω τους οι τουριστικές προσδοκίες των προ­ηγούμενων δεκαετιών και ο χρόνος τις έκανε ακόμη πιο ευδιά­κριτες.

Αντιστοίχως, στον σύγχρονο αστικό τουρισμό και αναλόγως προς το διαμορφωμένο τουριστικό προϊόν έχουμε την προσαρ­μογή του ντόπιου και του επισκέπτη σε μια, βεβαίως πολυπλο- κότερη, εκδοχή από αυτήν την περιφέρειας.

Είναι όμως όλες οι πλευρές του τουρισμού αρνητικές; Α­ναμφισβήτητα η μετακίνηση και η επικοινωνία είναι σπουδαία κοινά αγαθά. Δεν μπορεί όμως να υπάρξει πραγματική επι­κοινωνία όταν κάποιος φορά τα γυαλιά που δείχνουν μόνο το τουριστικό προϊόν. Δεν θα μπορούσε ποτέ μια τουριστική κοι­νότητα να δημιουργήσει κοινωνικό χώρο και χρόνο που να έχει κάποιο νόημα, επειδή πρόκειται για κοινότητες που συγκρο­τούνται εφήμερα και με βάση ένα γενικευμένο «δήθεν».

Με αυτήν την έννοια ο τουρισμός ως οικονομική και πολι­τισμική δραστηριότητα έχει μόνο αρνητικά να προσφέρει. Από τη μια καταστρέφει το φυσικό τοπίο και διαλύει και συρρικνώ­νει τον κοινωνικό χώρο και χρόνο, ενώ από την άλλη δημιουργεί ρόλους και δράσεις που κρύβουν ό,τι πραγματικά κοινωνικό προσπαθεί να ανθίσει.

Ας μην είμαστε λοιπόν τουρίστες. Ας σκοτώσουμε τον του­ρίστα που έχουμε μέσα μας. Ας δούμε με άλλο βλέμμα τον τόπο και την κοινότητα, τον προορισμό του επόμενου ταξιδιού μας.

[1] Σημειώνεται ότι το ζήτημα των κρουαζιερόπλοιων συζητήθηκε τελικά στο δημοτι­κό συμβούλιο, το οποίο υπό την πίεση πολιτών και συλλογικών φορέων αποφάσισε τελικά την απαγόρευση προσέγγισης των μεγάλων σε μέγεθος κρουαζιερόπλοιων.

KABOOM ΤΕΥΧΟΣ 4 – ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΡΗΞΗ – ΜΑΙΟΣ 2018