HOME » ΤΕΧΝΕΣ » ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ » Ξύλινα παιχνίδια

Ξύλινα παιχνίδια

ksylina-paixnidia

Έσκυψε να δέσει τα κορδόνια,το αριστερό παπούτσι,πάντα στο αριστερό-μ’ένα αλλόκοτο τρόπο,εκείνο το πόδι είχε παραπάνω την προσοχή του-από παιδί-«μυστήρια πράματα…»,στο δέσιμο έβλεπε το πατούμενο,έτσι λερωμένο που ήταν του ήρθε στο νου πάλι η ίδια περίεργη εικόνα·εκείνη,στο νησί,στην άκρη του λιμανιού, να κάθεται στους γκρίζους κυματοθραύστες με τα άσπρα αθλητικά της, να είναι δίπλα δίπλα με ευλάβεια,πάντα καθαρά,πάντα όμορφα,με μπλε φόρεμα πάνω απ’τα γόνατα και σε απόλυτη αρμονία με το σώμα της,-όμως ,τα άσπρα αθλητικά παπούτσια ήταν η πρώτη κι τελευταία εικόνα στο μυαλό του,μόνο αυτά.
«Οι μνήμες έχουν το δικό τους κώδικα,δε βγαίνει άκρη,όσο το παλεύω τόσο το κουράζω χωρίς καμία λογική απάντηση…σκατά…» σκέφτηκε αργά,έδεσε τα κορδόνια και σήκωσε το βλέμμα προς την πόρτα.
Το χτύπημα ήταν γερό,«γήπεδα μου θες μαλάκα μου,σκάσε τώρα»πέταξε στο κενό.Η κάλυψη με τα πόδια ήταν λάθος κίνηση,οι πρώτοι έπεσαν επάνω του,ακριβώς εκεί που δεν έπρεπε,κομμάτια ο αστράγαλος και η φτέρνα.
Πρώτες απόπειρες εξόδου θα ήταν οι αποψινές,ήθελε βιαστικά να κατέβει τις σκάλες για να φτάσει στη μηχανή όσο πιο γρήγορα μπορούσε,όμως ήταν αδύνατο-είχε την υποψία πως με τα άρβυλα θα μπορούσε,ίσως, να μην κουράζει με άσκοπες κινήσεις το χτυπημένο πόδι-μάταια.Ο πόνος είχε τον πρώτο λόγο,πάνω απ’τη θέληση,πάνω από παυσίπονα.Ασφαλώς και δεν είχε μετανιώσει για τίποτα, όμως τώρα είχε το ζόρι του,είχε αφήσει και στη μέση τις φυσικοθεραπείες,πολύς ο χρόνος για τόση αποστείρωση που δεν άντεχε,ήθελε τον καφέ του και τα τσιγάρα του.
Πέταξε στο πλάι την πατερίτσα,πάνω από τις στοίβες των εφημερίδων·μικρός χώρος,ο Θεός να το κάνει διαμέρισμα,ένα δώμα επάνω σε τεράστια ταράτσα,γεμάτη κεραίες.Παντού εφημερίδες και βιβλία σε ντάνες,τα είχε και σαν έπιπλα,τραπέζι,κάθισμα,κομοδίνο,σκάλα,τα πάντα ήταν βιβλία.Ένα στρώμα στην άκρη,ένας μικρός καθρέφτης ακουμπισμένος στο πάτωμα και δίπλα το αγαπημένο του ραδιόφωνο·δώρο του παππού,παλιός οικοδόμος και μεγάλος λεβέντης στα νιάτα του-είχε γλυτώσει μια πλούσια Αμερικάνα από πυρκαγιά-στα κάτω Πατήσια, από τα λίγα πράγματα που σώθηκαν ήταν αυτό το ραδιόφωνο που του χάρισε-χειροποίητο,απ’τα πρώτα φορητά ραδιόφωνα,με δερμάτινο καφέ λουράκι και ασημένια πρόσοψη,που όταν δούλευε,φώτιζε το γλυκό κόκκινο πύρωμα της λυχνίας.

Έσβησε το φως και άφησε τον απορροφητήρα ανοιχτό, με το κιτρινιάρικο φωτάκι να τρεμοπαίζει και τον ήχο από το χάρβαλο μοτέρ να νανουρίζει το χώρο.
Στα πρώτα σκαλιά στάθηκε να πάρει τις πρώτες ανάσες,κατέβηκε αργά,στην κουπαστή έπιασε την κολλημένη τσίχλα με τα δάκτυλα και βλαστήμησε « καταραμένο πουτανάκι,θα στη χώσω στον κώλο τη βρωμότσιχλα.» μουρμούρισε και την τράβηξε με δύναμη,είδε πως τα δάχτυλα είχαν γίνει ακόμη πιο κίτρινα απ’το τσιγάρο και τα έσφιξε γροθιά,«και αυτά στο κώλο θα στα χώσω, παλιοσκρόφα», φώναξε και έβγαλε τα κλειδιά από την τσέπη·η ροζ τσίχλα ήταν της Φλώρας,η προκλητική κοκκινομάλλα Φλώρα,από τα Μέγαρα,με μπαμπά οδηγό σε δικό του πούλμαν,πονηρός και ρουφιάνος της περιοχής.Η μικρή, ήταν στο αίμα της το κρεβάτι,έρωτας χωρίς παύση και χάδια του αέρα·ήταν μεσημέρι μιας Κυριακής, ήξερε πως δεν είχε γήπεδο, τον επισκέφτηκε κρυφά,
«Σταύρο…σε θέλω μέσα μου,δεν έχω χρόνο να σου εξηγώ…μη νομίζεις πως δε ξέρω, δεν είμαι άσχετη,ξέρω πολλά,αλλά θέλω να είσαι ο πρώτος μου» ήταν οι πρώτες της κουβέντες,απ’την πόρτα.Δεν του το συγχώρεσε ποτέ,η άρνηση του,αυτή η αδικαιολόγητη αντίδραση του ήταν αιώνια έχθρα από κει και μετά.
Ο κυρ Γιάννης,ο περιπτεράς που μένει στον έκτο τον άκουσε ενώ ανέβαινε και χαμογέλασε πονηρά «Γεια σου ρε Σταυράκη,σιδερένιος αγόρι μου…για νυχτερινή βόλτα τραβάς;Τραυματίας άνθρωπος;Καλά θα κάνεις μα πρόσεχε.Σε χάσαμε τόσο καιρό…» τα ξεστόμισε όσο πιο γλυκά μπόρεσε,ήξερε τις δυσκολίες που τράβηξε και ήθελε να τον φέρει στα καλά του.
«Γειά σου και σε σένα ρε κυρ Γιάννη,πως πας;Άσε μη μου πεις,ξέρω.» απάντησε κοφτά αλλά καθαρά-συμπαθούσε πολύ τον κυρ Γιάννη,-μαγκούφης κι αυτός,παλιός πρασινοσκούφης στην Κύπρο και αυθεντικός μάγκας,αγνός άνθρωπος και τίμιες κουβέντες πάντα απ’το στόμα του.
«Κάτσε να σε βοηθήσω βρε αγόρι,δεν πιστεύω να πας πουθενά με τη σκοτώστρα;»
«καλά είμαι,θα την πάρω, ναι,θέλω να δω λίγο θάλασσα»,προχώρησε δήθεν άνετα προς τον επόμενο κατήφορο.
«Ε!Εδώ μου τα χαλάς,δε θα πας πουθενά,έλα μέσα καλύτερα, για τσιπουράκι και μετά θα πάρουμε την Χάιδω για παραλίες,της έχω φουλάρι καύσιμο από χθες.» του πέταξε αυστηρά,σχεδόν πατρικά.
«Έλα μωρέ,λες και δε με ξέρεις,μαύρος σκύλος είμαι,άσε να πάρω οξυγόνο,μπούχτισα στο μέσα.Το ξέρεις πως έγραψα απουσίες,δεν πάει άλλο,Σταύρος και νύχτα πάνε μαζί και με δύο ρόδες πάω…εκεί που πάω,…όπου θέλω πάω,θες να σου πω καμιά βαριά κουβέντα νυχτιάτικα;»
«κάτσε βρε παλικαρά να σου πω.Άσε τα δήθεν σε μένα,ορφανό ήμουν πιο μπροστά,σε μένα δε θα λες τα άλλα,τα σωστά θα λες,άκουσες;» κατέβασε τα φρύδια με το βλέμμα του βαθύ,σαν το μπλε βαθύ των ματιών του,«εντάξει,σώπα… κατάλαβα,θα πάω με τα πόδια,μη μου πεις και γι’αυτό γιατί θα χεστούμε»,
«δώσε τα κλειδιά της σκοτώστρας και τράβα όπου θες,εξάλλου μέχρι τα προσφυγικά σε βλέπω,άντε μέχρι το πάρκο με τα σκυλοκούραδα σε κόβω,με τούμπανο το ποδάρι δεν πας παραπάνω…τράβα και μέχρι να’ρθεις θα έχω το τσίπουρο έτοιμο,αγίασμα έχω φέρει…»,τα έδωσε νευρικά και γύρισε προς τα κάτω χωρίς να πει τίποτα.

Κούμπωσε τα τρία κάτω κουμπιά στο χοντρό τζάκετ,τα πάνω είχαν ξηλωθεί, τράβηξε το γιακά ψηλά για να κόβει ότι μπορεί.Κρύα νύχτα που τον ανατρίχιασε από τα πρώτα μέτρα.Έσφιξε τα δόντια και συνέχισε·η πορεία του προς θάλασσα αδύνατη,όμως οι σκέψεις καθάριζαν κι έτσι,περπατώντας όσο πάει.
«Α ρε μάνα,έφυγες γρήγορα,δε σε πρόλαβα να σου πω τα μέσα μου» παραμίλησε στις εικόνες που έρχονταν σε κάθε κουτσό βήμα του,άναψε τσιγάρο στις μπερδεμένες εικόνες.Η κυρά Δάφνη,η μάνα του, είχε γρήγορο θάνατο,ήρεμο,ενώ αυτός ήταν πάνω στα δεκαεννιά, στα ντουζένια του και ο πατέρας άφαντος από τότε που γεννήθηκε,μόνο φωτογραφίες του είχε για εικόνες,τίποτα άλλο,μόνο μια μάνα και γείτονες,καλούς γείτονες,-πάνω στο λόφο, δίπλα στα φουγάρα,Πέραμα βλέπεις,-καλές καρδιές και πονεμένες,ήξεραν από δύσκολα·μετά το θάνατο της κατέληξε στο δώμα,είκοσιτέσσερα χρόνια στην ίδια τρύπα,πλάι στις αντένες και τις μπουγάδες.

«Ρε μάνα θυμάσαι;Τότε μωρέ,που ζήλεψα τα παπούτσια των άλλων,έλα που δε θυμάσαι…στο γήπεδο,στη Νέα Σμύρνη,πήγαμε πάλι με χίλια ζόρια,από λεωφορείο σε λεωφορείο και ποδαρόδρομο μετά, για τον αθλητή σου,-στο μόνο που ίσως κάτι να έκανα,αλλά κι αυτό μισό.Σου φώναξα πως δε θέλω να μπω ξανά γιατί ντρεπόμουν που δεν είχα τα σωστά παπούτσια των άλλων,τα ακριβά.Θυμάσαι;
Σε έβλεπα,μη νομίζεις πως δε σ’έβλεπα, καθόσουν ψηλά στις άδειες κερκίδες, μόνη μέσα στη νύχτα να καμαρώνεις και να κλαις κρυφά για το βλαστάρι σου- που δεν πρόλαβε ποτέ, ο μαλάκας, να σου πει πόσο πολύ σ’αγαπά,πόσο πολύ ήθελε να σε δει ξανά εκεί,στις άδειες κερκίδες.
Θυμάσαι μωρέ;Να,και τότε που με τα χίλια θαύματα μάζεψες τα λεφτά,πέντε χιλιάδες,θυμάσαι;Τόσο έκαναν,μπήκαμε στο πράσινο και γραμμή για Σύνταγμα,μετά με τα πόδια να έχουν βγάλει φτερά φτάσαμε στου Λαμπρόπουλου για τα αθλητικά με τα σουπερ καρφιά και το μαύρο γυαλιστερό τους δέρμα, με την άσπρη γραμμή απ’άκρη σ’άκρη.Πήραμε παπούτσια μέσα σε κουτί!Σε ένα πολύχρωμο κουτί λες και είχαν ότι πιο πολύτιμο μέσα-η πωλήτρια,από συνήθεια ρώτησε εάν είναι για δώρο,για να το τυλίξει με το γυαλιστερό χαρτί και εγώ φώναξα -ναι,ναι,για δώρο είναι,για δώρο!
Μετά,στις σκάλες,που δεν ήθελες με τίποτα να κατέβουμε απ’τον ανελκυστήρα,-ωραία λέξη,εσύ μου την έμαθες ρε μάνα κι αυτή-,έλεγες πως δεν ήταν για εμάς αλλά για αυτούς που έχουν ανάγκη και δεν μπορούν αλλιώς.Αχ,βρε μάνα,-στον επόμενο όροφο που μας σταμάτησαν άνθρωποι του καταστήματος;Θυμάσαι;Δεν πίστευαν πως αγοράσαμε αλλά πως κλέψαμε,ζήτησαν απόδειξη και ψαχούλεψαν την τσάντα.Η φτώχεια μας ακτινοβολούσε,αν και πάντα καθαροί και περιποιημένοι,η φτώχεια ήταν ύποπτη,πάντα ήταν.
Χριστούγεννα,σαν και τώρα ήταν.Καθίσαμε στο παγκάκι,πολύ το κρύο,όμως όλα έλαμπαν,φωνές,μουσικές,κουδουνάκια,φώτα-φωτάκια διάφορα παντού,κόσμος πέρα δώθε και γέλια,πολλά γέλια από κάθε γωνιά.Με αγκάλιασες σφιχτά,ίσιωσες τη χωρίστρα μου και με φίλησες γλυκά στο μέτωπο.Έψαξες στο μικρό πορτοφολάκι να βρεις αν βγαίνουν τα λεφτά για λουκουμάδες και να περισσεύουν για τη συγκοινωνία.
Έτρωγα αργά τους μελωμένους λουκουμάδες,δεν ήθελα να τελειώσουν γρήγορα,έβαζα και κανέλα·σε παρακαλούσα να φας πρώτη κι εσύ γέλαγες,έλεγες πως ήταν μόνο για μένα,εσύ δεν ήθελες και δώστου να μου ισιώνεις τη χωρίστρα,-τι όμορφος που ήμουν,σαν τον πατέρα,έλεγες και ξανάλεγες,-θυμάσαι ρε μάνα;»

Μήτσος ο μαραγκός,ο πατέρας του·άριστος μάστορας και λιγομίλητος,μια γοητευτική φιγούρα με καταπράσινα μάτια·χρόνια στα ναυπηγεία,στα καράβια και το μεροκάματο δύσκολο.Με τη Δάφνη του,είχαν ερωτευτεί με την πρώτη ματιά,όμορφη και η κυρά Δάφνη του.Πάντα με μια τεράστια κοτσίδα φτιαγμένη με τέχνη,καστανά μακριά μαλλιά και δύο υπέροχα μαύρα μάτια,μεγάλα. Υπέροχο άσπρο δέρμα, σαν ψεύτικη,πορσελάνινη.
Ο έρωτας τους μεγάλος χωρίς κενά,μέχρι την εξαφάνισή του,μέχρι το τέλος,η αγάπη έκαιγε.Δουλειά άστατη,άλλοτε έλειπε μέρες,μήνες και άλλοτε δεν είχε δουλειά για καιρό.Όταν δε δούλευε έβρισκε χρόνο για δημιουργία,σκάλιζε υπέροχα ξύλινα παιχνίδια,κάθε λογής-στρατιωτάκια,σπιτάκια,καραβάκια,αμαξάκια,οτιδήποτε.
«Δημητρό μου,έλα,έβαλα τραπέζι»
«έρχομαι,μια σκαλισιά ακόμα,τελείωσα…»
«…χάρισμα του μεγαλοδύναμου τα χέρια σου Δημητρό μου,η καρδιά σου όλα τα μπορεί…όμως,έλα να καθίσουμε για φαγητό και συνεχίζεις».
Πάντα έτρωγαν μαζί,πίσω είχαν το μικρό περιβολάκι τους, προστατευμένο με μεγάλους τσιμεντόλιθους,λίγα μα πολύτιμα στο περιβολάκι,λίγες ντομάτες,ραπανάκια,κρεμμύδια,διάφορα,για τις δύσκολες στιγμές,που ήταν πολλές.
Ο κινηματογράφος άρεσε πολύ στη Δάφνη του,μια δυο φορές είχαν πάει μα θυμόταν την κάθε εικόνα,τα πάντα,την κάθε κίνηση των ηρώων,έφτιαχνε και ιστορίες με το νου και κάθε που τελείωναν από το φαγητό σκάρωνε και από μία για τον Δημητρό της·ο Βασικός ρόλος ήταν πάντα του αγαπημένου της.
Σε μια τέτοια στιγμή της είχε πει πως δεν ζει χωρίς αυτήν και πως είναι η ώρα να έρθει στη ζωή τους κι ένας άλλος ήρωας,το μονάκριβό τους.
Η κυρά Δάφνη πάντα το έλεγε,κατάλαβε απ΄την πρώτη ώρα,από το πρώτο λεπτό πως έρχεται ο εκλεκτός τους,ο Σταύρος τους,δεν μπορούσε να τους το εξηγήσει με λόγια,όμως ήξερε πως θα είναι και αγόρι και η ψυχή του Δημητρού της.-με φουσκωμένη την κοιλιά μέχρι πέρα και κάθε τόσο γελούσε,
«…να, Δημητρό!Όποτε έρχεσαι, ο κούκλος μου, κλωτσά από χαρά…να!Έλα πιάσε,άκου χαρές που κάνει όταν σε ακούει πως πας κοντά του…!»
«καλή μου,γερό να΄ναι κι ας αγαπάει ότι θα τραβάει η καρδιά του»,
«ξέρω που σου λέω ,κουτέ μου,ίδιοι είστε…»

Την ημέρα που είχε άσχημο χιονιά επέστρεψε ο Δημητρός με γεμάτο το δεματάκι του κολατσιού του,δεν είχε ρίξει μπουκιά μέσα,με το άλλο χέρι κρατούσε κάτι, περίεργο,μινιόν βαλιτσάκι,κουτάκι,κάτι αλλόκοτο.
Δεν είπε λέξη,μόνο πήγε κι έριξε νερό στο πρόσωπο και ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι τους.Η σόμπα δούλευε απ’το πρωί και ζέστη δεν έφερνε,μέχρι να σκοτεινιάσει έμεινε εκεί,ανάσκελα,που και που κοίταζε έξω από το μεγάλο παράθυρο τα φουγάρα και την άσπρη εικόνα της βορεινής πλευράς της μάντρας,-η αντίθεση τον φόβισε,μαύρα,σκοτεινά όλα μέσα,μόνο η μικρή φλόγα της σόμπας και πέρα απ’το κάδρο του παραθύρου όλα άσπρα,κατάλευκα μέσα στη σκοτεινιά που πλησίαζε σα χέρι.Πάντοτε είχε τη δύναμη της αντίστασης στο κακό,τέτοιες στιγμές τις σεβόταν σαν κάτι ,σοφά, άγνωστο μα και κάτι που δε θα τον διαπεράσει σα σκιά,δεν το πάλευε καν,το προσπερνούσε από παραδοχή και όχι από φόβο.Σήμερα ήταν κάτι άλλο,ο λόγος ήταν κάτι πιο ισχυρό ακόμη και απ’αυτό,ήταν λύσσα από πιο σκοτεινά μέρη.Δεν παράτησε καμία σκέψη του,δεν μπορούσε,μέσα σε όλα είχε κραυγές γέλιων,δυνατές κραυγές·σηκώθηκε παρά μόνο για να κάνει εμετό,τον έπνιγε η απόφαση,αναγούλα μέσα σε γέλια και σκοτάδια,πάλεψε για την ηρεμία του,πρώτη φορά που χρειάστηκε να το αντιμετώπιση σαν εχθρό του.
Η πρώτη γαλήνη ήρθε μόλις βγήκε έξω,το χιόνι είχε σκεπάσει και το μικρό τους περιβόλι,παρ’όλα τα σκεπάσματα της Δάφνης του,τα έστρωσε ξανά φέρνοντας μικρούς πασσάλους σε κάθε γωνιά του,το χώμα ήταν ακόμη ζεστό κάτω απ’την λευκή κρούστα.Τα άπλωσε με κλίση για να μην πιάσει πολύ το χιόνι και πέσει,μέσα από το νάιλον σκέπαστρο τα χνώτα ήταν μπροστά του σε κάθε ανάσα-«καλό αυτό μικρά μου,δεν θα σας κάψει τίποτα,έχω τον τρόπο μου…όλα καλά,το χώμα είναι ζεστό κι έτσι θα μείνει,σας το λέω».
Οι περιπαικτικές κραυγές μαλάκωσαν μέσα του και λίγο αργότερα χάθηκαν,του έκανε καλό η προσοχή του στο περιβόλι,δεν τον κούραζε,το αγαπούσε και το πρόσεχε σαν κάτι ζωντανό,με φωνή·ήταν ζωντανό,κάθε που τα πότιζε,όλα κοίταζαν προς τα πάνω,αντίθετα,όταν διψούσε παραπάνω το χώμα η κλίση ήταν γρήγορη προς τα κάτω,μα κυρίως όταν κανείς δε μιλούσε-η Δάφνη του,πάντα με τραγούδια ενώ κι αυτός πάντα ένα καλό λόγο τον είχε έτοιμο στο στόμα.Ήταν το περιβόλι τους,δεν ήταν λίγο.
Όταν μπήκε μέσα όλα ήταν πια ήρεμα,η Δάφνη δίπλα στο στρωμένο από ώρες τραπέζι τον κοίταζε με γαλήνη,ήξερε.Κάθισε δίπλα της και της φίλησε τα χέρια.
«Το δώρο μου στο μικρό μας ,το έχω δίπλα στο παράθυρο,όταν θα το έχει στα χέρια του θα ξέρει,θα καταλάβει» της είπε σιγανά.Δεν απάντησε,μόνο τον κοίταζε ήρεμη και γεμάτη αγάπη.
«…όταν θα δει το μεγαλείο του πολεμιστή τότε θα δει και τη σκάλα προς τον ουρανό…θα καταλάβει,λόγια από ένα ξένο.»-Πριν απ΄το χειμώνα,της είχε πρωτοπεί για τις δυσκολίες της δουλειάς,νέο συνεργείο και οι περισσότεροι ξένοι,ανατολίτες που ξέμειναν στο χρεοκοπημένο γκαζάδικο στα ανοικτά του λιμανιού.Ζούσαν, άγνωστο πως,επάνω στο καράβι εδώ και μήνες,κανείς δεν τους έψαξε,κανείς δεν τους κυνήγησε,τίποτα,πως ζούσαν ήταν ένα μυστήριο.
Υπήρχαν μόνο φήμες και ιστορίες,κάποιες φορές,θα έλεγε κανείς πως έβλεπαν από μακριά φιγούρες επάνω στο ταλαιπωρημένο καράβι,άλλες φορές κάποια σκιά θα ψάρευε ή έκανε σινιάλα κάπου,σε κάτι.Τα βράδια, φως δεν έβλεπες επάνω,τίποτα,νεκρή εικόνα μέσα στα σκοτεινά νερά,μόνο μερικά σημεία από γυαλιστερές λαμαρίνες που δεν πρόλαβαν να αλμυριάσουν,έσκιζαν το μαύρο της θάλασσας και χόρευαν στο κενό.
Τη μέρα που ήρθε, όλα είχαν μια κάποια λογική εξήγηση.Ο μικροκαμωμένος ξένος με τα μικρά,σαν χάντρες μάτια, τους χαιρέτισε με υπόκλιση και με σπαστά εγγλέζικα και λίγες ελληνικές λέξεις,όλα είχαν κι από μια ερμηνεία.Ο νέος τους φίλος στη δουλειά,ο Κινέζος με τον μπλε σάκο.Ποτέ δε σταματούσε να χαιρετά,πάντοτε ευγενικός,πάντα πρώτος στα δύσκολα που θα έβγαιναν μπροστά τους.Όταν χαιρετούσε,όλο «χάροο,χάροο…»,δώστου τα γέλια και τα πειράγματα απ’τους υπόλοιπους,«που να φας τη γλώσσα σου ποντικέ…χάρο και χάρο».Ο φουκαράς,η γλώσσα του αρχαία και αλλοτινή,το εγγλέζικο hello το έλεγε χάροο,χάροο.
Με τον Δημητρό δεν άργησαν να γίνουν φίλοι,αν και δεν ήξερε καθόλου εγγλέζικα,πάντα ψιλή κουβεντούλα είχαν·ο λιγομίλητος μαραγκός άνοιγε την καρδιά του μόνο στον ξένο,-πρώτη φορά.Μα και ο Ζαν-έτσι του κόλλησαν το παρατσούκλι-,ο Γάλλος ευγενής Ζαν ή ο ποντικός Ζαν,το ίδιο ήταν,-μόνο σε εκείνον έλεγε ότι έπρεπε,τι θα κάνει,που θα πάει,τι να φτιάξει,όλα.Κάθε φορά που ήταν η ώρα του κολατσιού έκανε πρώτα κάτι σαν προσευχή και μετά θα καθόταν σε μια άκρη να φάει,μόνο με τον Δημητρό θα έκανε μια άκρη στην άκρη του.
Μια μέρα πριν το κακό,έκανε νεύμα στον Δημητρό κι απ’τον μπλε σάκο έβγαλε ένα μικρό ξύλινο κουτί και του το έδωσε με υπόκλιση,κάτι του έλεγε μα δεν καταλάβαινε,παρά μόνο όταν έβγαλε από μέσα μια φωτογραφία,παλιά,ασπρόμαυρη.’Ηταν μια εικόνα ενός παλιού πολεμιστή,σαν τους σαμουράι που είχε δει σε κινηματογράφο,με ωραία στολή και ένα σπαθί στα χέρια σα να το προσφέρει κάπου.Όταν τελικά δέχτηκε το περίεργο δώρο δεν είπε τίποτα περιττό,παρά μόνο «ευχαριστώ για την τιμή.» και ακούμπησε το χέρι στην πλευρά της καρδιάς.
Την επομένη έγινε η έκρηξη,από τις φιάλες οξυγόνου στο πρώτο αμπάρι και σείστηκε το σύμπαν,ο πρόθυμος Ζαν ήταν εκείνη την ώρα ψηλά στις μηχανές,στο μεγάλο επίπεδο τμήμα με τις μηχανές·η πτώση ήταν δυνατή και από μεγάλο ύψος,ο θάνατος ήρθε αστραπή, πριν προλάβει να ξεμυτίσει το αίμα.Έφυγε τόσο ξαφνικά, όσο γρήγορα είχε έρθει·δεν τον έψαξε κανείς,ούτε από πρεσβείες,ούτε από πουθενά.Κανένα χαρτί,κανένα πάσο,τίποτα-ο μπλε σάκος του μόνο ρούχα και ξένα αποκόμματα εφημερίδων,κίτρινα πάκα από ξένες εφημερίδες,τίποτε άλλο.
Ο Δημητρός δεν έκλαψε,ίσως κρατήθηκε,κλείστηκε ξανά,λίγα λόγια με τους άλλους και δουλειά·όταν τον έθαψε ο δήμος, ο μόνος που είχε πάει ήταν ο Δημητρός,ο ευγενής Ζαν του είχε πει για τον τρόπο του πολεμιστή, που κι αυτός έβλεπε από μικρός στα όνειρα αλλά και σαν οπτασία μπρος του.Του είχε κάνει σχέδια επάνω στο πατημένο χώμα με ένα μικρό κλαδάκι, είχε φτιάξει τέσσερις τοίχους και μέσα σε αυτούς άλλους τέσσερις και στο κέντρο ένα φίδι και μια φιγούρα.Του έδωσε να καταλάβει πως οι πρώτοι εξωτερικοί τοίχοι είναι οι τέσσερις άγνωστοι φίλοι,οι μέσα τέσσερις είναι οι εποχές και τέλος, στο κέντρο το φίδι,συμβολίζει το κακό που έχουμε και η φιγούρα είναι ο ταξιδευτής μας προς τη σκάλα τ’ουρανού.Δεν του είπε για τους φίλους και τις εποχές τίποτα,μόνο γέλαγε και του έδειχνε το κέντρο και με μία κίνηση τα έσβησε όλα και του έδειξε το κεφάλι και γέλαγε,σα να κατάλαβε πως τον έδειχνε πολεμιστή προς το κέντρο και το νου.
Άφησε το ματσάκι τα λουλούδια δίπλα στον απόμερο τάφο του,πλάι στον ψηλό τοίχο με τα αγριόχορτα.Δεν είχε κάτι άξιο του για να αφήσει σαν ευχαριστώ,μόνο τα λουλούδια και το αγαπημένο του ξύλινο παιχνίδι,το πιο ψηλό και όμορφο στρατιωτάκι που είχε σκαλίσει πριν δυο χρόνια «αυτός ο πολεμιστής είσαι βρε Ζαν,ψηλός και όμορφος στην καρδιά…ακούς βρε ποντικέ;…»,κάπνισε δίπλα του ένα τσιγάρο, σηκώθηκε και με μια υπόκλιση,όπως του καλού Ζαν,έφυγε.

Ακόμη και ο μεγάλος κατήφορος της γειτονιάς που έβγαζε στην Ελευθερίας ήταν χωματόδρομος.Τριγύρω μόνο μικρά σπίτια με ασβεστωμένα τοιχάκια,μάντρες και με μικρούς κήπους,στις άκρες,τενεκέδες με λουλούδια-ξερά τα περισσότερα-όλοι ένα χωριό στην άκρη της πόλης,ξεχασμένοι συνήθως, μα, όλοι μαζί ένα σπιτικό.
Όταν ήρθαν οι πόνοι, έτρεξαν όλοι για την προετοιμασία της γέννας,πρώτος ήρθε ο Παντελής με την Αννούλα.Παντελής ο γιατρός.Ένα μάλαμα άνθρωπος,είχε τα διπλά χρόνια απ’τη Δάφνη,από τότε,πριν φύγει στα ξένα για σπουδές,ήταν ερωτευμένος μαζί της,ποτέ δεν τόλμησε να σκεφτεί κάτι παραπάνω,πόσο μάλλον να πει ή να κάνει κάτι-δεν είχε ελπίδες,ο Δημητρός ήταν η ανάσα της,το σύμπαν ολόκληρο,συν πως είχαν διαφορά ηλικίας,σχεδόν τα διπλά χρόνια.Μικρή που ήταν, της μάθαινε τα πάντα,για χώρες μακρινές και κόσμους διαφορετικούς,όμορφους και πολύχρωμους·της έδειχνε το χρυσό εικόνισμα, στο μικρό εκκλησάκι πάνω στο λόφο,«είσαι η μικρή Παναγία,…εάν υπάρχει η μορφή της ξανά εδώ, τότε είσαι εσύ.»,έτσι τη φώναζε,μικρή Παναγία.
Πήραν τα λίγα ρούχα της και κατέβηκαν στον κεντρικό δρόμο,όλοι.Ο προορισμός ήταν το μαιευτήριο που είναι διευθυντής ο Παντελής,αυτός θα την ξεγεννούσε,στο μαιευτήριο γυναίκας στην Πλάκα.
Ο Δημητρός δεν είχε φανεί καθόλου,ούτε στο σπίτι μα ούτε και αλλού,στη δουλειά άφαντος,είχε ανοίξει η γη,χάθηκε από όλα.Από την αστυνομία καμία είδηση,από φίλους,γνωστούς, κανένα νέο.Οι μέρες πέρασαν γρήγορα,οι μήνες.Ποτέ δεν ήρθε ούτε μια λέξη για το τι έγινε,τίποτα,μόνο ιστορίες από δω κι από κει.Έφυγε με άλλη γυναίκα,πήγε σε καράβι,έξω,έμπλεξε σε κακό,κανείς δεν έμαθε ποτέ,μόνο ιστορίες που ξεθώριασαν και έμειναν να λένε για τον όμορφο Πειραιώτη που χάθηκε.
Η κυρά Δάφνη,στιγμή δεν καταδέχτηκε δουλειά που πρόσφερε ο Παντελής,πέρασε τα χρόνια μεγαλώνοντας μαζί με το Σταύρο της,δύσκολα όπως όλοι στο λόφο τους,στο λόφο δίπλα στα φουγάρα.

Τα γράμματα δεν τα μπορούσε ο Σταύρος,όχι πως δεν τα κατάφερνε,κάθε άλλο,ο γιατρός πάντα το έλεγε στη Δάφνη,«ο μικρός σου θα δει μεγαλεία,να το θυμάσαι αυτό,είναι τετραπέρατος και λεβέντης,σαν τον πατέρα του…»,ήθελε ελευθερία και οι αίθουσες τον έπνιγαν,από τις πρώτες τάξεις ήταν πάντοτε μέσα στην αντίδραση,στους καβγάδες και στο δίκιο του μοναχικού.
«χαράμι θα πας καημένε…έχεις δυνατό μυαλό μα το πετάς στα σκυλιά,καημένε»,ήταν τα συχνά λόγια του δασκάλου,ο Σταύρος τον κοίταζε πάντα μέσα στα μάτια,δεν απαντούσε στα σκληρά λόγια του παιδαγωγού του για συμμόρφωση,μα ποτέ δεν έσκυψε το κεφάλι στις φωνές ή και στα σκληρά γέλια ακόμα.
Αργότερα,αγάπησε την ομάδα,ένας ακόμα Πειραιώτης,σαν τον πατέρα του,μπάλα στις αλάνες και γήπεδο.Τελείωσε το νυχτερινό,δρόμος δίχως αντίκρισμα·στις εξετάσεις πέρασε,το Φυσικό το παράτησε απ’την αρχή,δεν τον χώραγε,ίσως να ήταν γραμμένο ν’αφήνει τα πράγματα μισά,να χάνεται.
Η κυρά Δάφνη έφυγε ξαφνικά.Πρωί Σαββάτου,είχε δυνατό αέρα που σήκωνε και δέντρα,δίχως να δει κανείς τίποτα περίεργο επάνω της·δεν ξύπνησε,μόνο αυτό,δεν ξύπνησε ποτέ ξανά.
Ο Σταύρος της δεν το δέχτηκε ποτέ,στην κηδεία ανέλαβε ο Παντελής,ο Σταύρος μεθυσμένος, τον μάζεψαν κάτι γείτονες, στην απέναντι πλευρά του δρόμου.Τίναξε κάθε ελπίδα,έβγαλε από μέσα του όση αντίδραση είχε,η βία ήταν πια το κάθε τελικό προς το δίκαιο που πίστευε, από κει και πέρα,απ’το γήπεδο μέχρι την κάθε δουλειά που είχε,κάθε παρέα,οτιδήποτε.Όλοι πόνεσαν,τίποτα δεν ήταν ίδιο στο λόφο,όλα άλλαζαν και είχε έρθει η στιγμή να χαθούν όλοι,έτσι κι έγινε.Ο Σταύρος λίγες μέρες μετά κλείδωσε την πόρτα,-το μόνο που πήρε ήταν το δώρο και το σταυρό του πατέρα-τα ξύλινα παιχνίδια τα άφησε στολίδια επάνω στο παράθυρο και στα μικρά ράφια της κουζίνας,όλα να κοιτάζουν έξω,σκάλισε το περιβόλι,μουρμούρισε κάτι κι έφυγε.
Όταν νοίκιασε το δώμα,έκανε ότι δουλειά του έπεφτε,από συνεργεία μέχρι οδηγός σε κοπέλες της νύχτας,-ο μικρός, αγαπημένος τους οδηγός,για τις ιερές κοπέλες της σάρκας-,είχε ταλέντο στη μουτζούρα και στο τιμόνι.Από την αρχή έκλεισε τη ζωή ανάμεσα στο δώμα και στη νύχτα,μία αντίδραση ήταν και τα βιβλία,ότι ήταν περιττό για τους άλλους ήταν θησαυρός για εκείνον,δεν τα χόρταινε,η μόνη συντροφιά που τον γιάτρευε.
Όταν γνώρισε τη Μαρία,ακόμη και όταν έγιναν ζευγάρι,δεν άλλαξε,απόμακρος και πολλές φορές άδικος,σχεδόν δύο χρόνια μαζί.Η μόνη αλήθεια του ήταν τη μέρα που έσπασε μπροστά της,έκλαψε δυνατά,στα γόνατα της,αυτή να τον έχει σκεπάσει μέσα στα χέρια της και με τα δάχτυλα να σκουπίζει τα δάκρυα του-ήταν η στιγμή που της είπε να φύγει μακριά και να τον ξεχάσει,-ήταν η πρώτη φορά που φανερώθηκε και δεν το άντεξε,-τη χτύπησε,σκόρπισαν βιβλία και αποτσίγαρα,«…φύγε…κι εσύ μια από τις πουτάνες είσαι…φύγε,σε βαρέθηκα…φύγε».Όταν έμεινε μόνος,έκλαιγε ασταμάτητα,αναθεμάτιζε τα πάντα,«αν υπάρχεις,δε σε μετρώ,δεν αξίζεις δεκάρα…γράψε ότι λέω,ακούς;Ανάθεμά σε».
Από τότε είχαν περάσει αρκετοί μήνες,το χτύπημα στο πόδι ήταν η αρχή για να δει το δώρο του πατέρα του.Ο καιρός μέσα στο μικρό δωμάτιο τον έκανε σιωπηλό μάρτυρα της ζωής του,του σκοπού του για το μετά.Το μικρό ξύλινο κουτί,αυτό που έμοιαζε με μινιόν βαλιτσάκι,το δώρο από τον πατέρα που δε γνώρισε,το δώρο απ’τον ευγενή Ζαν για τον πολεμιστή.
Το είχε ανοίξει πολλές φορές από τότε που έφυγε απ’τον λόφο,το είχε σαν κάτι που πρέπει να είναι κλειστό,«μια ματιά φτάνει…το δώρο του πατέρα,ένα παιχνίδι για το τίποτα».
Το μυστήριο κουτί ήταν ένα περίεργο παζλ,«άγνωστο παιχνίδι,ποιοι οι κανόνες του άραγε;Τι εικόνα βγάζει;Πότε κερδίζεις και πότε χάνεις;…σκατά,μια εικόνα μόνο.» είχε κομμάτια σκαλισμένα στο χέρι με μεγάλη τέχνη,μοναδικές λεπτομέρειες σε τόσο μικρά κομματάκια.Μέσα στο κουτί ήταν βαλμένη από τον πατέρα του και η παλιά φωτογραφία του ευγενή Ζαν, ενός άγνωστου ήρωα,-επιβλητική φιγούρα,Κινέζου πολεμιστή-,μία άγνωστη εικόνα από κάπου πολύ μακριά.Είχε βρει κάποια στοιχεία από τα βιβλία,δανεικά τα περισσότερα που βρήκε.Ήταν πράγματι ένα πολύ παλιό παιχνίδι,σκοπός του ήταν να σχηματίσεις την εικόνα που εσύ θα είσαι,το καλό ή το κακό,-το αποτέλεσμα μπορούσε να φέρει ακόμα και το θάνατο του παίκτη,σε μια εποχή όπου η τιμή και η ατίμωση ήταν σαν το δικό μας παράδεισο και κόλαση.

Ο κυρ Γιάννης είχε πέσει μέσα,ο Σταύρος δεν μπόρεσε να πάει πιο πέρα από το πάρκο με τα σκυλοκούραδα,κούτσαινε άσχημα,ο αστράγαλος δεν ήταν έτοιμος για νυχτερινή βόλτα.Στην πιάτσα ταξί,είκοσι μέτρα παρακάτω,άναψε τσιγάρο και σκέφτηκε πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή τους εάν ήταν και ο πατέρας μέσα σε αυτή,εάν δεν έφευγε τόσο γρήγορα η κυρα Δάφνη,εάν ήταν και η Μαρία ακόμα στην ζωή του,πλάι του,-ο φόβος του μεγάλωνε με τον καιρό-,τόσο μόνος,τόση νύχτα,δεν τη χόρτασε,όμως φοβάται,τόσο μόνος,τόσο μικρός.
Έπιασε αέρας,δυνατός άνεμος τον έσπρωχνε μπροστά.Δεν πρόλαβε να γευτεί το τσιγάρο,άρχισε να βαδίζει πιο γρήγορα,όσο μπορούσε,κόντρα κι ο άνεμος·πάντοτε μισούσε τον αέρα,ο πόνος στο πόδι μεγάλωνε μα η σκέψη ήταν να επιστρέψει.Μόλις μπήκε μέσα ένιωσε τη ζέστη να τον γεμίζει.η ασφάλεια του χώρου του,χωρίς δεύτερη σκέψη άνοιξε πάλι το κουτί.Άπλωσε τα κομμάτια κάτω με προσοχή,είχαν περίεργη αρίθμηση,γέμισε ένα νεροπότηρο,μέχρι πάνω,φθηνό ουίσκι,-το χέρι πήγαινε από μόνο του,μέχρι να βρει την εικόνα-,«είναι αστείο…πως δεν έβλεπα;…είναι αστείο.» λίγα κομμάτια πριν η τελική μορφή να του αποκαλυφθεί,σταμάτησε.Έπιασε ένα ένα τα σκαλιστά στοιχεία και τα έβαλε με προσοχή μέσα στο κουτί,έκλεισε μέσα και την παλιά φωτογραφία.
Κρατούσε μόνο το νεροπότηρο και το αγαπημένο του ραδιόφωνο.Βγήκε έξω,το δώμα στο πλάι είχε μια μικρή μεταλλική σκάλα που οδηγούσε στο πιο ψηλό σημείο της πολυκατοικίας,γεμάτο από κεραίες.Όταν ανέβηκε,ακούμπησε στο πλάι το ποτήρι και άνοιξε το ραδιόφωνο,έπεσε επάνω σε μουσικές της νύχτας,ήρεμες σαν τις σκέψεις του-,ως δια μαγείας ο αέρας είχε πάψει,τίποτα,καμία μάχη με τα στοιχειά.
Έβαλε τα γέλια,γέλασε δυνατά,ήπιε μια δυνατή γουλιά απ’το φθηνό του ουίσκι -που θαρρείς πως ήταν το καλύτερο του κόσμου-,άναψε τσιγάρο και πήρε βαθιά ανάσα από νύχτα.Τώρα είχε δει ολοκληρωμένη την εικόνα.
Τα κομμάτια του παζλ ήταν η εικόνα ενός πολεμιστή με απλωμένο το βλέμμα του μπροστά,η ίδια μορφή,τα ίδια κομμάτια,ήταν και η εικόνα ενός καμπουριασμένου ανθρωπάκου με μάτια νεκρά προς τα κάτω.
Ο ίδιος χρόνος με διαφορετικά μονοπάτια.Εδώ,στο δώμα,η σκάλα προς τις κεραίες ήταν η δική του σκάλα προς τον ουρανό,ο πολεμιστής και τ’ανθρωπάκι να δίνουν τη δική τους μάχη μέσα στη δική του νύχτα,στη δική του ζωή,στη σκάλα τ’ουρανού·του δικού του νυχτερινού ουρανού.

Σημείωση καλλιτέχνη: Ποτέ μόνοι,πονάει /και πονάει πολύ.
(Μια συγγνώμη,του Μέγα καλλιτέχνη για τα ορθογραφικά λάθη και γενικά,για τα λάθη / προσπαθεί σκληρά-ο καλλιτέχνης-να τον διορθώνουν άνθρωποι και όχι μηχανήματα) / καλά…παραμύθι,λέμε καμιά μαλακία να περάσει ευχάριστα το ’12).

Vale