HOME » ΤΕΧΝΕΣ » ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ » ΒΡΩΜΟΦΑΣΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ…

ΒΡΩΜΟΦΑΣΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ…

parliament

“Αμάν πιά με την Χρυσή Αυγή, βρωμοφασίστες του κερατά!”
Αναφώνησε και έσπευσε να βγάλει έναν αφορισμό που αύριο θα διαβαζόταν απ΄όλους. Έπρεπε να κάνει το καθήκον του απέναντι στην κοινωνία, να αφυπνίσει εκείνους που θάπρεπε να τρέξουν για να σβήσουν τον φασισμό από προσώπου Γής.
Αυτός δεν μπορούσε, δεν προλάβαινε, είχε δουλειά στο κόμμα, στο συνδικαλιστικό όργανο που θα του εξασφάλιζε μια έδρα στη βουλή, μιά θέση στη Νομαρχία.

Φασίστες, ο φασισμός πρέπει να πεθάνει!
‘Πού στην οργή βρέθηκαν όλοι αυτοί οι φασίστες, πού ξεφύτρωσαν σ ένα δημοκρατικό κράτος σαν το δικό μας..;’ απόρησε.

Κι΄έσπευσε στα γραφεία της παράταξης για να διαγράψει τους διαφωνούντες.
Παρκάρισε το αυτοκίνητο επάνω στο πεζοδρόμιο, τί έφταιγε αυτός, η πολιτεία έφταιγε που δεν είχε φροντίσει…
Και σιγά μην πήγαινε με την συγκοινωνία, να στριμώχνεται σαν σαρδέλλα και να μυρίζεται και τα χνώτα και την ιδρωτίλα του καθενού μεροκαματιάρη.

Έβρισε τη μάνα με το καροτσάκι και τα δυό παιδιά που τον παρατήρησε γιατί δεν άφησε χώρο να περνάνε οι πεζοί.
Εξάλλου ήταν αλλοδαπή, βουλγάρα, ρουμάνα ξερω ‘γω τί στο διάολο ήσαντε, ‘δω χάμω που μας κουβαληθήκανε…
Άσε τί έλεγε στις συνεδριάσεις και στα συμβούλια, πληγή ήταν οι βρωμιάρηδες οι μετανάστες, πληγή σκέτη, το μπελά τους μέσα…

Ανεβαίνοντας παράγγειλε καφέ στον κυρ-Μιχάλη με το κυλικείο στον ημιόροφο, να του τον έφερνε και γρήγορα γιατί άρχιζε η συνεδρίαση.
Εβδομήντα χρονών άνθρωπος ας είχε φροντίσει να είχε τα ένσημά του να μην δουλεύει μέχρι τέτοια ηλικία, αλλά, ποιός ξέρει τί είχε σαβουρώσει κι αυτός στα νιάτα του…
Σήκωσε τους νεαρούς που είχαν πιάσει τα μπροστινά καθίσματα και στρογγυλοκάθισε. Πού ακούστηκε οι αφισσοκολλητές πρώτο τραπέζι πίστα… Σκατόπαιδα…

Σε μισή ώρα μέσα είχαν τελειώσει. Σηκώθηκε στην έδρα, δεν τους άφησε να ανοίξουν το στόμα τους, τους ξέσκισε. Τί ανεπάγγελτους τους είπε, τί τριτοκοσμικούς, τι οπισθοδρομικούς, τους ξεπάτωσε.
Μετά ψηφοφορία, διαγραφή κι’ αμέτε στα κομμάτια, παληοχέστες, που θα μου κάνετε αντιμνημονιακή πολιτική κι’ αντίσταση εδώ μέσα, παληοτσογλάνια του κερατά!
Εξάλλου, είχε πάρει και φόρα απ΄το πρωί στην εταιρεία, που τον έβαλε ο Μεγάλος να ανακοινώσει τις μειώσεις στο προσωπικό. Ακούς εκεί, κύριε, να σου λέει το αφεντικό δε βγαίνω και ΄συ να μου είσαι πέρα βρέχει! Τσίμπα τώρα τα τετρακόσια πενήντα και μούγκωσ’ τη! Κι΄άμα τολμάς, μίλα! Να, πάκο τα βιογραφικά στο συρτάρι! Έτσι τους έλεγε και τους τάπωνε όλους.

Το βράδυ στο σπίτι τράβηξε τα μπινελίκια του και στην γυναίκα του.
Φασολάκια.. Ποιός κερατάς έτρωγε φασολάκια…
Ρε, έπρεπε να την είχε στείλει στη μάνα της μόλις φύγαν τα παιδιά απ΄το σπίτι, αλλά έχε χάρη που κάποιος πρέπει να φροντίζει και να συγυρίζει τα εκατόν εξήντα τετραγωνικά.

Πάλι καλά που είχε τις άκρες του και τάχε βολέψει και τα δυό παιδιά σε κάτι θεσούλες, στο Υπουργείο τον έναν και στον Δήμο την άλλη… Αλλιώς αν περίμενε με τον ΑΣΕΠ, χέστα…
Την αξιοκρατία να την βάλουν εκεί που ξέρουν…
Δε φάγαμε τόσα χρόνια στους δρόμους για την παράταξη για να μην μπορούμε να βολέψουμε κάπου τον κώλο μας, σιχτίρ πιά…

Στην τηλεόραση ο Μιχαλολιάκος ωρυόταν…
«Το σπίτι σου μέσα, κωλοφασίστα!», σκέφτηκε. Κι’ όχι τίποτε άλλο, είχαν διαρκή διαρροή ψηφοφόρων προς αυτόν…
Αυτό τον έκοβε κυρίως…

«Βάλε κάτι άλλο», ψέλλισε η γυναίκα του, «Άειντε στο διάολο μωρή, τράβα στην κουζίνα να δεις τηλεόραση!», την έβαλε στη θέση της, «Δεν μπορείς να καταλάβεις, βρε αγράμματη, τον κίνδυνο που διατρέχει η χώρα από τους φασίστες..! Πρέπει να βλέπω, να ενημερώνομαι! Και βγάλε μου ρούχα για το πρωί, μη γίνει εδώ μέσα της κολάσεως!»

Ακούμπησε το μπωλάκι με τα τσόφλια των φυστικιών στο κομοδίνο να το μαζέψει το πρωί η μαλακισμένη η γυναίκα του. Άνοιξε το λάπτοπ και μπήκε στο ασύρματο δίκτυο του γείτονα. Νάχει ο Θεός καλά τους βλάκες που κάνουν τον κόσμο καλύτερο για εμάς.

Έψαξε να βρει άρθρα για την Χρυσή Αυγή.
Έπεσε σ’ ένα blog.
Διάβασε: «Ο φασισμός μέσα μας ξεκινάει από μικρές λεπτομέρειες, που σταδιακά διογκώνονται και καταλαμβάνουν όλον το διαθέσιμο χώρο σκέψης. Όλοι μέσα μας κρύβουμε έναν φασίστα που απλώς εκδηλώνεται λιγότερο ή περισσότερο, αναλόγως με τις συνθήκες, που είναι αυτές που διαμορφώνουν συνήθως τον χαρακτήρα του ατόμου.»

“Τί γράφει ο ηλίθιος”, ψιθύρισε. Μπήκε να δει δυό τσοντούλες να χαλαρώσει. ‘Ό,τι γουστάρει γράφει ο κάθε μαλάκας εδώ μέσα,’ σκέφτηκε. ‘Πρέπει να κάνουμε κάτι και με τούτο ‘δω τον διάολο, το ίντερνετ, δεν μπορεί ο πάσα ένας να δικαιούται δια να ομιλεί…’

 

πηγή